Website counter free counters

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Τα περιστέρια του Μάκη




η δολοφονική χειρ εξοπλίσθη παρά της Αγγλίας

Ηθικοί αυτουργοί και εκτελεστικά όργανα της δολοφονίας του του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια


20 Φεβρουαρίου 2019
Ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες. Ίσως αυτό ήταν και η αιτία που τόσο νωρίς, τόσο άδοξα και καταστροφικά για το έθνος κατέληξε στον τάφο. Από τη στιγμή που αποδέχτηκε να κυβερνήσει την ρημαγμένη καθόλα Ελλάδα, έθεσε όλο του το είναι στη διάθεση της Πατρίδας.

Στο έργο του αυτό ήρθε αντιμέτωπος με ντόπια και ξένα συμφέροντα, τα οποία συνασπίστηκαν εναντίον του και εν πολλοίς συνεργάστηκαν στην δολοφονία του. Ο Καποδίστριας, έχοντας να αντιπαλέψει χίλια μύρια προβλήματα, κατάφερε στα λιγότερα από τρία χρόνια της διακυβέρνησής του να αφήσει πίσω του ένα ιδιαίτερα πλούσιο έργο, παρά τα όποια σφάλματά του. Το έργο του όμως θα ανατρέπονταν εκ των έσω, πιθανότατα με τη “βοήθεια” Βρετανών και Γάλλων.
Σε κάθε περίπτωση, είτε σκότωσαν οι Μαυρομιχάληδες τον Καποδίστρια – άποψη που από ορισμένους αμφισβητείται – είτε άλλοι, οι ηθικοί αυτουργοί της δολοφονίας σίγουρα δεν ήταν μόνο Έλληνες. Ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, το 1840, ακούγοντας κάποιον να κατηγορεί τον Καποδίστρια, ανέφερε: «Δεν μετράς καλά φιλόσοφε… Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου, και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τόνε ματαβρεί, και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα…».
Η απόφαση του Ιωάννη Καποδίστρια να προχωρήσει στη διανομή των Εθνικών Γαιών στους φτωχούς αγωνιστές, φαίνεται ότι αποτελούσε ένα ακόμα σημείο τριβής του Κυβερνήτη με τους Έλληνες προύχοντες και τους ξένους δανειστές, αφού η εθνικές γαίες αποτελούσαν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του ελληνικού κράτους και άρα εγγύηση για αποπληρωμή των επαχθών δανείων που είχαν χορηγηθεί στην Ελλάδα.
Η Μάνη, απόλυτα ελεγχόμενη από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη είχε στασιάσει κατά του Καποδίστρια και ετοίμαζε ένοπλα τμήματα. Ο Καποδίστριας συνέλαβε τον Πετρόμπεη, αλλά η κατάσταση επιδεινώθηκε από την εξέγερση της Ύδρας. Υπό την ηγεσία της οικογένειας Κουντουριώτη και την πολιτική καθοδήγηση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, οι Υδραίοι επαναστάτησαν, ζητώντας από τον Καποδίστρια να τους επιστρέψει τα χρήματα που είχαν ξοδέψει στον Αγώνα του 1821, κατέλαβαν τον ναύσταθμο του Πόρου, και με πρωτεργάτη τον Ανδρέα Μιαούλη, πυρπόλησαν πλοία του στόλου, ανάμεσά τους και τη την φρεγάτα «Ελλάς».

Είναι απόλυτα τεκμηριωμένη η ενθάρρυνση, για να το θέσουμε επιεικώς, των στασιαστών από τις Μεγάλες Δυνάμεις, Βρετανία και Γαλλία. Ο μεν Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης υποστηριζόταν ανοικτά από τον Γάλλο πρέσβη, η δε οικογένεια Κουντουριώτη και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν οι απόλυτοι εκφραστές των βρετανικών συμφερόντων στην Ελλάδα. Και Γάλλοι και Βρετανοί θεωρούσαν τον Καποδίστρια ενοχλητικό όργανο της ρωσικής πολιτικής στη Μεσόγειο.
Ο ίδιος ο Καποδίστριας είχε γνώση για τους σχεδιασμούς των συγκεκριμένων ξένων δυνάμεων εναντίον του. Στις 31 Ιουλίου 1831, σε επιστολή του προς τον Γάλλο ναύαρχο Λαλαντέ έγραφε: «Εγώ δε, και τις δολοπλοκίες όλων σας τις εγνώριζα, αλλά έκρινα ότι δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να κόψω το νήμα της συνεργασίας μαζί σας, γιατί έδινα προτεραιότητα στην ανόρθωση και στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος. Αν έκοβα τις σχέσεις με τις λεγόμενες προστάτιδες Δυνάμεις, τούτο θα ήταν εις βάρος της Ελλάδος και δεν ήθελα με κανένα τρόπο να προσθέσω βάρος και στη συνείδησή μου. Και άφησα τα πράγματα να λαλήσουν μόνα τους…».
Δύο μήνες αργότερα έστειλε στον Έλληνα πρέσβη στο Παρίσι Αλέξανδρο Σούτσο επιστολή με την οποία του ζητούσε να προβεί σε σχετικά διαβήματα στη γαλλική κυβέρνηση, για την ανάμιξη των Γάλλων στις αντικυβερνητικές ενέργειες της Ύδρας και της Μάνης και για την ανοιχτή σύμπραξη και τη βοήθειά τους προς τους αντικυβερνητικούς, που ήταν μέλη του Αγγλικού και του Γαλλικού κόμματος.
Η δολοφονία του Καποδίστρια φαίνεται τελικά πως οργανώθηκε από τον Γάλλο πρέσβη Ρουάν και τον Βρετανό ομόλογό του Ντόκινς, που εκτελούσαν οδηγίες των κυβερνήσεών τους. Άλλωστε είχαν επιχειρήσει και προηγουμένως να σκοτώσουν τον Καποδίστρια, μέσω Μαυροκορδάτου!
Ο Μαυροκορδάτος είχε τότε πληρώσει με 25.000 γρόσια τον καμαριέρη του Καποδίστρια, Νικολέτο, για να τον δηλητηριάσει. Αυτός όμως αν και αρχικά δέχτηκε, άλλαξε γνώμη και μάλιστα ενημέρωσε τον Καποδίστρια. Όταν η απόπειρα αυτή απέτυχε ξέσπασαν οι επαναστάσεις σε Μάνη – με την συνδρομή γαλλικών στρατευμάτων – και στην Ύδρα.
Ο αδερφός του Πετρόμπεη, Κωνσταντίνος, και ο ανιψιός του, Γεώργιος, τέθηκαν υπό από αστυνομική επιτήρηση. Ο πολιτάρχης, όπως λεγόταν τότε ο αρχηγός της αστυνομίας, αντί να αλλάζει κάθε βδομάδα τους δύο χωροφύλακες συνοδούς των Μαυρομιχάληδων, όπως είχε εντολή, τους άφησε 40 μέρες. Έτσι έγιναν τελικά συνεργοί. Λίγες μέρες πριν από τη δολοφονία του Καποδίστρια, οι Μαυρομιχάληδες, μαζί με τους συνοδούς τους χωροφύλακες, αγόρασαν νέα όπλα από το οπλοπωλείο του Παξιμάδη, στο Ναυπλίου.
Η δολοφονία
Την Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου, μια ηλικιωμένη γυναίκα κατήγγειλε στην αστυνομία ότι άκουσε τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη να κουβεντιάζουν με τους δυο χωροφύλακες φρουρούς τους ότι έπρεπε να σκοτώσουν τον Καποδίστρια το Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου, μπροστά στην εκκλησία. Η αναφορά έφτασε στον αρχηγό της αστυνομίας, ο οποίος δεν αντέδρασε.
Το Σάββατο όμως ο Καποδίστριας ήταν άρρωστος και δε βγήκε από το σπίτι. Έτσι η επιχείρηση αναβλήθηκε για την επομένη. Το επόμενο πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, ο Ιωάννης Καποδίστριας βγήκε από το σπίτι του, στο Ναύπλιο, για να πάει στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος. Εκεί περίμεναν οι Μαυρομιχάληδες και οι δύο χωροφύλακες. Πιστεύεται πως του επιτέθηκαν και οι τέσσερις αλλά και πάλι αυτό αμφισβητείται από ορισμένους μελετητές που αναφέρουν πως οι Μαυρομιχάληδες δεν επιτέθηκαν καν στον κυβερνήτη.
Ο σχεδιασμός της δολοφονίας ανήκε μάλλον στον Γάλλο στρατηγό Ζεράντ, διοικητή τότε του τακτικού στρατού, με ανάμιξη και Ελλήνων αξιωματικών, όπως του λοχαγού Φώτιου Αγγελίδη. Δύο μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο στις μεταξύ τους συζητήσεις επιβεβαίωναν ότι πλησίαζε η ημέρα που θα «ξεφορτώνονταν» τον Καποδίστρια.
Επίσης ενδεικτικές είναι και οι τελευταίες λέξεις του Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη, όπως τις μεταφέρει ο στρατηγός Κασομούλης στα απομνημονεύματά του. «Δεν φταίω εγώ στρατιώται, άλλοι με έβαλαν», κραύγασε ο Μαυρομιχάλης πριν πέσει νεκρός, έχοντας πυροβοληθεί από τον σωματοφύλακα του Καποδίστρια και δεχόμενος τα χτυπήματα του πλήθους. Η στάση δε του Γάλλου Πρέσβη Ρουάν , ο οποίος μετά τη δολοφονία έδωσε άσυλο στον Γεώργιο Μαυρομιχάλη και αρνήθηκε να τον παραδώσει στον φρούραρχο του Ναυπλίου, Πορτογάλο συνταγματάρχη Αλμέιδα, αποτελεί σαφή απόδειξη. «Σκοτώσαμε τον τύραννο. Μπιστευόμαστε την τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας», είπε ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης στον Γάλλο πρέσβη, σύμφωνα με τον Κασομούλη.
Η Γαλλία πάντως μέσω του πρέσβη και του στρατιωτική τους ακολούθου δεν έπαψε να υπερασπίζεται τους κατηγορούμενους. Ο στρατιωτικός ακόλουθος της Γαλλίας έφτασε στο σημείο να απειλήσει τους Έλληνες στρατοδίκες που δίκαζαν τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη και τους δύο  συνεργούς του να μην τολμήσουν να τους καταδικάσουν.
Ο δε Βρετανός πρέσβης απείλησε με διακοπή διπλωματικών σχέσεων με την Ελλάδα αν η δεν σταματούσαν οι κινητοποιήσεις του λαού του Ναυπλίου, που θεωρούσε την Βρετανία συνυπεύθυνη για τον θάνατο του Κυβερνήτη. Αποκαλυπτική είναι και η μαρτυρία του Ρώσου πρέσβη, ο οποίος στην έκθεσή του για τη δολοφονία έγραψε : « …ουδεμία αμφιβολία διατηρώ ότι η δολοφονική χειρ εξοπλίσθη παρά της Αγγλίας …». 

Έχει χαρακτηριστεί ως κατεδαφιστέο από το υπουργείο πολιτισμού μπροστά στο κάστρο της Μεθωνης και ο δήμαρχος ζητά Την επαναλειτουργία του .

Έχει χαρακτηριστεί  ως κατεδαφιστέο από το υπουργείο πολιτισμού μπροστά στο κάστρο της Μεθωνης ,γιατί το  θεωρεί  ως «ξένο σώμα» για την περιοχή, και ο δήμαρχος ζητά  Την επαναλειτουργία της  παραθαλάσσιας ταβέρνας το «Ακρογιάλι», στη Μεθώνη.
κατά τα άλλα το πευκοδάσος στο κάστρο της Πύλου σας μάρανε κύρε  δήμαρχε ?


Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Ο Μάκης γητευτής των περιστεριών

Ημέρα Ανεξαρτησίας , η εξάρτησης για την Ελλάδα ? από τα δάνεια της Αγγλίας στα μνημόνια.


Η Ελλάδα και οι «προστάτιδες» δυνάμεις- Πολιτική των ναυτικών αποκλεισμών, της πείνας και ο εξευτελισμός


18 Φεβρουαρίου 2019
Ανάμεσα στις επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων προς τη χώρα μας, κυρίως με την εγκατάσταση του Όθωνα στην Ελλάδα,έπειτα από τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια, μία συνηθισμένη μορφή πίεσης, ιδιαίτερα από την Βρετανία ήταν αυτή των ναυτικών αποκλεισμών. Πλοία Βρετανικά απέκλειαν το λιμάνι του Πειραιά, με τις ελλείψεις τροφής και πρώτων ειδών να φέρνουν τον εξευτελισμό της πρωτεύουσας.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια και τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε, οι μεγάλες δυνάμεις επενέβησαν και πάλι, επιλέγοντας τον μονάρχη της Ελλάδας, τον πολιτικά ακίνδυνο πρίγκιπα της Βαυαρίας, Όθωνα. Από το 1832 που ανέλαβε την εξουσία στην Ελλάδα, ο Όθωνας επιχείρησε να ισορροπήσει μεταξύ των πολιτικών των τριών, κυρίως, «προστάτιδων» δυνάμεων, εκμεταλλευόμενος τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς και βασιζόμενος στα εν Ελλάδι ενεργούμενα των δυνάμεων αυτών, τους εκπροσώπους των τριών ξενικών κομμάτων.
Ωστόσο όταν ο Όθωνας επιχείρησε να απεμπλακεί από τον ασφυκτικό βρετανικό εναγκαλισμό, αναπτύσσοντας την ελληνική ναυτιλία, ανταγωνιζόμενος τους Βρετανούς στη Μεσόγειο, οι τελευταίοι αντέδρασαν δυναμικά, εφαρμόζοντας, για πρώτη, αλλά δυστυχώς όχι τελευταία φορά, κατά της Ελλάδας, την πολιτική των «κανονιοφόρων».
Το πρώτο σημείο τριβής που ανακάλυψαν οι Βρετανοί ήταν οι εδαφικές διεκδικήσεις τους επί των νησιών Ελαφονήσου και Σαπιέντζας, τα οποία, όπως υποστήριζαν, ανήκαν στο σύμπλεγμα των Ιονίων νήσων και κατά συνέπεια κακώς είχαν ενσωματωθεί στο ελληνικό βασίλειο. Οι Βρετανοί έθεσαν για πρώτη φορά το θέμα των νησιών το 1938. Επανήλθαν δυναμικά, μέσω του πρεσβευτή τους Λάιονς, το 1843 και έκτοτε συνέχισαν τις πιέσεις μέχρι το 1850.
Φίνλεϊ, Πατσίφικο, Παρκερικά

Υπό αυτές τις συνθήκες, ξέσπασε και η διαμάχη μεταξύ του ελληνικού δημοσίου και του φιλέλληνα και γνωστού ιστορικού Τζορτζ Φίνλεϊ, ο οποίος διεκδικούσε από την Ελλάδα το απίστευτο για την εποχή ποσό των 45.000 δραχμών, ως αποζημίωση για την απαλλοτρίωση κτημάτων του, για την δημιουργία του Βασιλικού Κήπου.
Τρίτη και εντελώς κατασκευασμένη αφορμή για την βρετανική επέμβαση αποτέλεσαν τα επεισόδια σε βάρος του Βρετανού υπηκόου Δαβίδ Πατσίφικο, το σπίτι του οποίου στην Αθήνα λεηλατήθηκε πράγματι από τον όχλο το Πάσχα του 1849.
Ο Πατσίφικο, ενεργώντας προφανώς σε συνεννόηση με τη βρετανική πρεσβεία, απαίτησε αποζημίωση από το Ελληνικό δημόσιο ύψους 887.000 δραχμών, ποσού απίστευτα υψηλού για την εποχή – για να γίνει αντιληπτό το ύψος του ποσού αναφέρεται ότι το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας της Ελλάδος που είχε ιδρυθεί το 1841 ανερχόταν σε 5 εκ. δραχμές!
Δηλαδή ο Πατσίφικο, υπό βρετανική καθοδήγηση, ζητούσε να τινάξει την ελληνική οικονομία στον αέρα! Φυσικά η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε να ικανοποιήσει το παράλογο αίτημα του Πατσίφικο, ο οποίος κατέφυγε στην Βρετανική πρεσβεία, όπου όχι μόνο εισακούστηκε, αλλά για χάρη του Ο Βρετανικός Στόλος Μεσογείου, υπό τον ναύαρχο Πάρκερ, απέκλεισε τα κυριότερα ελληνικά λιμάνια – τον Πειραιά, την Ερμούπολη της Σύρου, την Πάτρα, την Κόρινθο- απαιτώντας την ικανοποίηση των απαιτήσεων του Πατσίφικο και του Φίνλεϊ και την επιστροφή των δύο νησιών στη Βρετανία.
Η Ελλάδα, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει τους Βρετανούς αρκέστηκε να απαντήσει με έγγραφη διαμαρτυρία. Το έγγραφο που απέστειλε ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ανδρέας Λόντος στον ναύαρχο Πάρκερ ανέφερε: «Απέναντι των πράξεων οι οποίες έλαβαν χώρα εν μέρους μιας δύναμης, την οποία η κυβέρνησή μου δεν έχει ούτε τον τρόπο ούτε τη θέληση να αντικρούσει, διαμαρτύρομαι εν ονόματι του Μεγαλειότατου Βασιλιά της Ελλάδας, του σεβαστού μου κυρίου και εν ονόματι των ιεροτέρων αρχών του δικαίου των εθνών, εναντίον της βίας, που διαπράττετε κατά τις διαταγές σας στην Ελληνική χώρα. Σας καθιστώ δε υπεύθυνο κάθε συνέπειας αυτής της προσβολής που διαπράττετε εν καιρώ ειρήνης στην ανεξαρτησία της πατρίδος μου και την αξιοπρέπεια του ηγεμόνος μου».
Η Ελλάδα όμως, παρά την ισχύ του αντιπάλου και το μέγεθος της προσβολής, δεν υπέκυψε στις βρετανικές πιέσεις. Σύσσωμος ο Ελληνικός λαός αντιμετώπισε την προσβολή. Οι φοιτητές του Πανεπιστημίου σχημάτισαν ομάδες περιφρούρησης της τάξης. Οι αξιωματικοί παραιτήθηκαν από τη μισθοδοσία τους και έθεσαν τους μισθούς τους στη διάθεση το κράτους.
Οι οπαδοί του Αγγλικού κόμματος το εγκατέλειψαν μαζικά. «Γίνεται μεταβολή στη Γαλλία, πέθανε και ο Κωλέττης πρωτύτερα, τότε ο Πάλμερστον (ο τότε Βρετανός πρωθυπουργός) ετοιμάζει έναν σημαντικό στόλο με βάτζελα (δίκροτα), με φεργάδες, με μπρίκια και στρατεύματα και ο Πάρκερ ο ναύαρχος κι έρχονται εις τον Πειραιά και Αμπελάκι (Σαλαμίνα) και μας κάνουν στενόν μπλόκο, με τον λόγο ότι ζημιώσαμεν τον Οβραίον και τον Φίνλεϊ.
“Και παίρνουν όλα τα εθνικά πλοία και τα εμπορικά και αφανίζουν το εμπόριον γενικώς και τους δυστυχισμένους τους νησιώτας. Και μας έφκιασαν όλους νοικοκυραίους. Και φοβέριζαν σήμερα θα κινηθούν δια την πρωτεύουσα και αύριο θα κινηθούν. Το κόμμα το αγγλικό αδύνατο. Νέκρωσε από το μίσος των ανθρώπων.
“Και ενώθη όλον το έθνος αναντίον τους. Και ο Θεός όπου μας γλίτωσε τόσες φορές, μας έσωσε και τότε», ανέφερε στρατηγός Μακρυγιάννης, που έζησε τα γεγονότα. Τελικά επενέβησαν οι Γάλλοι και οι Ρώσοι, των οποίων το εμπόριο πλήττονταν επίσης και πίεσαν διπλωματικά τους Βρετανούς, υποχρεώνοντάς τους να άρουν τον αποκλεισμό. Ο Πατσίφικο αποζημιώθηκε με 3.850 δραχμές.
Κριμαϊκός Πόλεμος
Ο πρώτος στυγνός και αποκαλυπτικός για πολλούς Έλληνες που εξακολουθούσαν να πιστεύουν σε «προστάτιδες δυνάμεις και σε ξένους φιλέλληνες» εκβιασμός του 1848-50 θα είχε, δυστυχώς, συνέχεια και μάλιστα χειρότερη. Το 1853 ξέσπασε, με αφορμή την προστασία των Ορθοδόξων στους Αγίους Τόπους, ένας νέος Ρωσοτουρκικός Πόλεμος, ο οποίος εξελίχθηκε στον λεγόμενο Κριμαϊκό Πόλεμο.
Οι Ρώσοι σύντριψαν τον τουρκικό στόλο στη Σινώπη, τον Σεπτέμβριο του 1853, προκαλώντας την έντονη αντίδραση Βρετανών και Γάλλων, οι οποίοι για κανένα λόγο δεν επιθυμούσαν ήττα των Οθωμανών, η οποία θα συνεπαγόταν ισχυροποίηση της Ρωσίας και ίσως κυριαρχία της στα Στενά των Δαρδανελίων.
Έτσι προειδοποίησαν αρχικά τη Ρωσία να σταματήσει τον πόλεμο με τους Τούρκους. Όταν ο τσάρος αρνήθηκε του κήρυξαν τον πόλεμο, συμμαχώντας με τους Τούρκους και τους Ιταλούς του Βασιλείου του Πεδεμοντίου. Οι Έλληνες, από τον Όθωνα, μέχρι τον τελευταίο βοσκό είδαν στην έκρηξη τους πολέμου την χρυσή ευκαιρία για την συνέχιση του αγώνα για την απελευθέρωση της Πατρίδας που είχε αρχίσει το 1821.
Ωστόσο υπολόγιζαν χωρίς τους ξένους «προστάτες». Από την αρχή του πολέμου, μόλις οι Βρετανοί και Γάλλοι αντιλήφθηκαν τις προθέσεις των Ελλήνων προειδοποίησαν τον Όθωνα να σταματήσει κάθε κίνηση. Οι Έλληνες όμως είχαν ήδη επαναστατήσει σε Θεσσαλία, Ήπειρο και Μακεδονία και είχαν τρέψει σε φυγή τους Τούρκους. Τότε επενέβησαν οι «προστάτιδες» δυνάμεις.
Αρχικά απέκλεισαν με τους στόλους τους τον Πειραιά, έχοντας εξασφαλίσει και τη συγκατάθεση της Αυστρίας, η οποία επίσης φοβόταν την ισχυροποίηση της Ρωσίας. Στις 12 Μαΐου 1854 γαλλικά και βρετανικά στρατεύματα – περίπου 4.000 άνδρες – κατέλαβαν αμαχητί τον Πειραιά και υποχρέωσαν τον Όθωνα να αποκηρύξει τους Έλληνες επαναστάτες και να διακηρύξει την ελληνική ουδετερότητα!
Τον υποχρέωσαν επίσης να σχηματίσει νέα κυβέρνηση, το «Υπουργείο Κατοχής», όπως ονομάστηκε, τοποθετώντας πρωθυπουργό των αρχηγό του Αγγλικού κόμματος, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ο οποίος και εργάστηκε «φιλότιμα» για την καταστολή των επαναστάσεων που είχαν ξεσπάσει στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, Ήπειρο και Θεσσαλίας.
Μαζί του συνεργαζόταν και ο άνθρωπος των Γάλλων στην Ελλάδα, ο συνταγματάρχης Καλλέργης, ο εκτελεστής της «αυθόρμητης» επανάστασης του 1843, ο οποίος τώρα είχε εξελιχθεί σε πραγματικό δικτάτορα της Ελλάδας, στηριζόμενος στις γαλλικές ξιφολόγχες. Όταν μάλιστα ο Όθων προσπάθησε να αντιδράσει ο Καλλέργης δεν δίστασε να εισηγηθεί στους Γάλλους την κατάληψη και της Αθήνας!
Στο μεταξύ οι Βρετανοί, αλλά κυρίως οι Γάλλοι στρατιωτικοί φρόντιζαν να γίνουν όσο το δυνατό αντιπαθέστεροι τους Έλληνες με την προκλητική τους συμπεριφορά και τις συνεχείς τους προκλήσεις. Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν μετέφεραν στον Πειραιά αρρώστους με χολέρα άνδρες τους από την Κριμαία.
Σε λίγο η επιδημία έπληξε και τους Έλληνες. Τουλάχιστον το 10% των κατοίκων του της Αθήνας πέθαναν από την ξενόφερτή χολέρα. Στον Πειραιά η θνησιμότητα ήταν υψηλότερη! Τελικά, αν και ο Κριμαϊκός Πόλεμος έληξε, επίσημα, στις 18 Μαρτίου 1856, με την υπογραφή της Συνθήκης των Παρισίων, τα στρατεύματα κατοχής παρέμειναν στην Ελλάδα μέχρι τον Φεβρουάριο του 1857.
Ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων που πέθαναν από την χολέρα και τις συνέπειες του αποκλεισμού στην περίοδο αυτή δεν είναι γνωστός. Σίγουρα όμως ανέρχεται σε αρκετές χιλιάδες – μόνο 3.000 πέθαναν στην Αθήνα από τη χολέρα.
Το χειρότερό όμως ήταν ότι φάνηκε ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα ήταν εκτεθειμένη στις ορέξεις των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες την ήθελαν απλώς ένα κράτος πελάτη και τίποτα άλλο. Το θετικό από την φρικτή εμπειρία της κατοχής ήταν η κατάρρευση των ξενικών κομμάτων. Ωστόσο οι Έλληνες ταγοί δεν έλαβαν το μήνυμα.
Ο βασιλιάς Όθων. 

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

Σεισμός 5,2 Ρίχτερ στην Σπάρτη

Σεισμός 5,2 Ρίχτερ στην Σπάρτη


Σεισμός 5,2 Ρίχτερ στην Σπάρτη
Σεισμική δόνηση μεγέθους 5,2 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ καταγράφηκε στην Πελοπόννησο στις 21:07 σήμερα 17 Φεβρουαρίου.
Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σεισμολογικό Κέντρο, το επίκεντρο της σεισμικής δόνησης εντοπίζεται 21 χιλιόμετρα νότια του Ασωπού και 71 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Σπάρτης, ενώ το εστιακό βάθος υπολογίζεται στα 5 χιλιόμετρα.
745607.regional.jpg

VID 20190215 1315341