Website counter free counters

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Μεταξένια η Καλαμάτα ως τον Α' Παγκόσμιο


Μεταξένια η Καλαμάτα ως τον Α' Παγκόσμιο
«Μοριάς» η Πελοπόννησος. Το λέει το όνομά του, αφθονούσαν οι μουριές. Λιχουδιά για τους μεταξοσκώληκες τα φύλλα τους, αυτά τους δίνουν ενέργεια για να φτιάξουν τα μεταξένια κουκούλια τους.
Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, το μετάξι ήταν το βασικό προϊόν της περιοχής. Με μετάξι πλήρωναν το φόρο στο δόγη. Στη Μεσσηνία δεν υπήρχε σπίτι, ήδη από την Τουρκοκρατία, χωρίς ειδικό χώρο για την εκτροφή μεταξοσκώληκα και την παραγωγή κουκουλιών. Κάθε σωστό σπιτικό είχε τον αργαλειό του. Εκεί υφαίνονταν ρούχα και προικιά. Το 19ο αιώνα, η σηροτροφία - μεταξουργία έγινε συστηματική στην Καλαμάτα. SΘρυλική για τα μεταξωτά μαντήλια της, η πόλη άνθισε οικονομικά λόγω της μεταξοϋφαντουργίας. Μέχρι τις αρχές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το μετάξι ήταν το βασικό εξαγωγικό μας προϊόν και αυτό αποτέλεσε την απαρχή της βιομηχανικής μας εμπειρίας. Δεκάδες μεταξοϋφαντουργεία –οι «φάμπρικες»- καθόριζαν την οικονομική ζωή της πόλης.
Οι καιροί άλλαξαν. Μαζί τους άλλαξαν και οι άνθρωποι. Η οικιακή και τοπική αυτάρκεια έδωσαν τη θέση τους στην κατανάλωση, τα έτοιμα και συνθετικά «εξόρισαν» τους αργαλειούς από τα σπίτια. Το «μαντήλι καλαματιανό» δεν είναι πλέον παρά ένας στίχος στο –«σήμα κατατεθέν»- τραγούδι της πόλης. Το νήμα με το παρελθόν κόπηκε. Λίγοι νέοι γνωρίζουν τη σηροτροφική ιστορία της περιοχής, οι περισσότεροι δεν έχουν δει ποτέ μεταξοσκώληκα, πολλοί –δεν είναι υπερβολή- δεν μπορούν να ξεχωρίσουν μια μουριά. Όπως, όμως, όλες οι αλλαγές που υπαγορεύονται από πλασματικές ευκολίες, η φούσκα κι αν δεν έσπασε, θα σπάσει. Όλο και περισσότεροι συντοπίτες μας επανεκτιμούν όσα είχαν υποτιμήσει. Το μόχθο στη γη, την επαφή με τη φύση, την αξία του αγνού και χειροποίητου. Ίσως, μάλιστα, σύντομα αποφασίσουν να ξαναθυμηθούν το «μεγάλο άγνωστο» της νεώτερης ιστορίας της Καλαμάτας, που έχουν λησμονήσει. Το δικό μας «δρόμο του μεταξιού».
Την τέχνη του μεταξιού λέγεται πως έφεραν στην Καλαμάτα από την Κωνσταντινούπολη εννέα καλόγριες. Αυτές δίδαξαν την τέχνη της παραγωγής και ύφανσής του στα φτωχά κορίτσια της πόλης. Καλόγριες ήταν, όμως, επίσης, που προσέδωσαν την απαράμιλλη φήμη στα μεταξωτά της Καλαμάτας, εκείνες της Μονής Κωνσταντίνου και Ελένης ή Μονής Καλογραιών. Η σηροτροφία και μεταξουργία ήταν η βασική τους ενασχόληση ήδη από την ίδρυση της μονής, το 1796. Μέχρι τον καταστροφικό σεισμό του 1986, συνέχιζαν να εκτρέφουν μεταξοσκώληκες, να επεξεργάζονται τα κουκούλια, να φτιάχνουν μεταξωτά υφαντά.
«Με το σεισμό μάς έμειναν τα μετάξια, καταστραφήκαμε», μου είπε μια προχωρημένης ηλικίας γερόντισσα, που πρόλαβε τη σηροτροφία στο μοναστήρι.
Άνοιξη ξεκινούσαν κι έβαζαν το σπόρο. Στα τρυφερά μουρόφυλλα έστρωναν το σκουλήκι. Όταν έφτανε σε ικανό μέγεθος, έβαζαν στο χώρο κλαδιά από ρείκια και σκίνα, για να ανέβει και να φτιάξει κουκούλι ή βοβίκι ή βουτούλι. Έβαζαν τα κουκούλια στον κλίβανο για να μη βγει το σκουλήκι και σπάσει το νήμα. Έπειτα άρχιζε το ξεχώρισμα των ινών, το πέρασμα από την ανέμη, οι θηλιές και οι κουβαρίστρες, το άσπρισμα της κλωστής με σαπούνι και βραστό νερό για να φύγει η «κόλλα» του, το βάψιμο και η ύφανση. Στο ορφανοτροφείο της μονής, οι κορασίδες διδάσκονταν την τέχνη του μεταξιού.
«Μακάρι να υπήρχαν νέες να το συνεχίσουν», μου είπαν οι γερόντισσες. «Αυτή είναι η ιστορία του μοναστηριού μας».

Δεκάδες περιηγητές ταξίδεψαν στην Καλαμάτα ανά τους αιώνες και έγραψαν για τη «μεταξωτή ιστορία» της.
Ο Τούρκος Ελβιγιά Τσελεμπί έφτασε στην πόλη το 1667. «Έχουν κάθε λογής μεταξωτά και εμπριμέ καλύπτρες καλύτερες από τις αλγερινές», έγραψε. «Τυλίγουν μ’ αυτές τα κεφάλια τους και δένουν τη μέση τους αντί ζώνης. Έχουν ολομέταξα πουκάμισα. Ένα πουκάμισο ζυγίζει 6-7 δράμια, τόσο λεπτό είναι. Στην Ευρώπη εξάγουν χιλιάδες δέματα μετάξι».
Ο Βρετανός αξιωματικός και ιστοριοδίφης Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ αναφέρει σε κείμενό του, το 1805: «Η Καλαμάτα με τα “καλύβια” της έχει 400 οικογένειες, εκ των οποίων έξι μόνο είναι τουρκικές… 1.500 οκάδες ακατέργαστο μετάξι καταναλώνεται κάθε χρόνο για μαντήλια και κουνουπιέρες, των οποίων η αξία, μετά την κατεργασία, αυξάνει εξήντα φορές».
Το 1811 επισκέφθηκε την Καλαμάτα ο Εσθονός Ότο Μάγνους φον Στάκελμπεργκ και έγραψε: «Τα νήματα του μεταξιού, τα ξερά σύκα και τα λεπτά υφάσματα με χρυσοκλωστές, με τα οποία οι κάτοικοι διεξάγουν ένα μεγάλο εμπόριο, τους παρέχουν ασφαλώς ευπορία». Μεγάλες ποσότητες ακατέργαστου μεταξιού μεταφέρονταν στις αγορές του Τορίνο, της Σμύρνης, της Χίου, της Κωνσταντινούπολης, των Σκόρδων, των Ιωαννίνων.
Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, όσα μεταξουργεία ιδρύθηκαν στο νομό λειτούργησαν αποκλειστικά στην Καλαμάτα.
Το 1853, ο Γάλλος Αλέξανδρος Φουρναίρ εγκατέστησε την πρώτη μεγάλη επιχείρηση αναπήνισης μεταξιού στην πόλη, δυναμικότητας 40 λεκανών. Το 1859, ο εξαγωγικός οίκος Φελς και Σία ίδρυσε ένα ακόμα μεταξουργείο: αριθμούσε αρχικά 76 λεκάνες και η ετήσια παραγωγή του ήταν χιλιάδες οκάδες μετάξι. Τα μεταξουργεία των Μαράβα, Μαρκόπουλου-Λυμπερόπουλου, Ευμορφόπουλου, των Ψάλτη-Παπαφωτεινού, των αδελφών Αποστολάκη, διαμόρφωσαν τα τεκταινόμενα της εποχής.
Γύρω στα 1880, ξεκίνησε η ατμοκίνητη παραγωγή. Διακρίθηκαν οι μονάδες των αδελφών Στασινοπούλου, του Ιωάννη Δανασσή, των αδελφών Αγγελοπούλου. Εκατοντάδες εργάτριες απασχολούνταν στη μεταξουργία στις αρχές του 20ού αιώνα. Σημαντικά μεταξοϋφαντουργεία της Καλαμάτας ήταν, επίσης, των Κ. Μαυρέλη και Κ. Πάτσου, η βιοτεχνία του Π. Γκόνου και το μεγάλο εργοστάσιο του Αρ. Χριστόπουλου.
Από τη δευτερογενή παραγωγή, η οικονομική άνθιση περνούσε στην εμπορική ζωή.
Στην εφημερίδα «Φως» (22/6/1903) διαβάζουμε: «Εις το εν τη πλατεία Μαυρομιχάλη εργοστάσιον μεταξοϋφαντικής του κ. Κωνστ. Πάτσου πωλούνται υφάσματα κουκουλάρικα αρίστης ποιότητος δι’ ανδρικάς θερινάς ενδυμασίας».
Το καλαματιανό μετάξι εξαγόταν στη Μασσαλία, τη Λυών και την Ιταλία, στη Γερμανία, την Ελβετία και την Αγγλία.
Στοιχεία κι αριθμοί
-«Οθόνιον ή εθόνια εσθής» αποκαλούσαν οι αρχαίοι το μετάξι. «Θέρματα σηρικά» τα μεταξωτά. «Σηρικοδιαστάς ή σηρικοποιούς» έλεγαν τους μεταξοποιούς και «σηρικοφόρους» εκείνους που φορούσαν μεταξωτά ρούχα. Από τη λέξη «ο σηρ, του σηρός», όπως αποκαλούσαν το μετάξι, παράγεται και η λέξη «σηροτροφία».
-Στην «Ιστορία περί τα ζώα Ε’, ΙΘ’», ο Αριστοτέλης επισημαίνει ότι το μετάξι είναι ζωικό προϊόν και όχι φυτικό. Γράφει σχετικά: «Εκ δε σκώληκος μεγάλου, ως έχει οίον κέρατα και διαφέρει των άλλων, γίνεται πρώτον μεν μεταβαλόντος του σκώληκος κάμπη, μετά βομβύλιος, εκ δε τούτου νεκύδυλος. Εν εξ δε μησί μεταβάλλει ταύτας τας μορφάς πάσας. Εκ δε τούτου του ζώου και τα βομβύκια αναλύουσι των γυναικών τινες αναπηνιζόμεναι, κάπειτα υφαίνουσι, πρώτη δε λέγεται υφήναι εν Κω Παμφίλη Πλάτεω θυγάτηρ».
-Ένα κουτί μεταξόσπορος είναι 25 γραμμ. και έχει 40.000 αυγά, τα οποία βγάζουν περίπου 24.000 μεταξοσκώληκες. Για να τραφούν πλήρως και να δώσουν μετάξι, πρέπει να φάνε 500 κιλά φύλλα μουριάς.
-Από ένα κουτί μεταξόσπορου παράγονται 60-70 κιλά χλωρά κουκούλια, 20-30 κιλά ξερά και, τελικά, 3-4 κιλά μεταξωτή κλωστή.
-Από το κάθε κουκούλι παίρνουμε περίπου 2.500 μέτρα κλωστή.
Βιβλιογραφία
-«Χορός από μετάξι», Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Καλαμάτας, Καλαμάτα, 2009
-«Η Μέση Εκπαίδευση στη Μεσσηνία (1833-1910)», Αρχεία Ν. Μεσσηνίας, Καλαμάτα, 2004
-«Καλαμάτα – Οδοιπορικό σε πλατείες και δρόμους της πόλης», Αρχεία Ν. Μεσσηνίας, 2010
-«Η μεταξοϋφαντική τέχνη εν τη Μονή Καλογραιών Καλαμάτας», Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θέμελης, Καλαμάτα, 1981
-«Η Ιερά Μονή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Καλογραιών Καλαμάτας», Αλέκος Γ. Χρυσομάλλης
-«Πώς είδαν την Καλαμάτα οι ξένοι περιηγητές», Νίκος Ζερβής, εφημ. «Θάρρος», Καλαμάτα, Μάρτιος – Δεκέμβριος 1994
*Τη Δευτέρα 3/10, 19.00- 23.00, στο Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας, θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση με θέμα: «Μάνη: Οικονομική αυτάρκεια, μανιάτικη διατροφή, μεταξοσκώληκας». Διοργανώνεται από τη Βούλα Κυριακέα, με τη στήριξη του Δημοτικού Σχολείου Δυτικής Μάνης, του Επιμελητηρίου Μεσσηνίας, του Πολιτιστικού Συλλόγου Γυναικών Μάνης, του περιοδικού «Όριον» και των εκδόσεων «Αδούλωτη Μάνη». Η έκθεση υλικού για τη σηροτροφία στη Μάνη θα είναι ανοιχτή και το πρωί της Τρίτης 4/10, για επισκέψεις μαθητών και σχολείων. Είσοδος ελεύθερη.
Της Γεωργίας Οικονομοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου