Website counter free counters

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

ΝΕΚΡΩΝΟΥΝ το Πετροχώρι Σήμερα το ΚΑΣ 5-6 στο μουσείο της ΠΥΛΟΥ για τον καθορισμό Α΄και Β΄ ΖΩΝΗΣ.Δεν έχουν βρεί τίποτα και δεσμεύουν περιοχή τουλάχιστον 2.000 στρεμμάτων!!


  • Φωτογραφίες

  • Αρχείο τευχών





  •        

    Φωτογραφία του χρήστη Θύμησες γεύσεων Βοϊδοκοιλιάς.






    το ΦΕΚ (ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΟΙΩΣΗ & ΠΟΛΕΟΔΩΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ)
    ορίστε και τα δύο:
    http://www.et.gr/index.php/2013-01-28-14-06-23/2013-01-29-08-13-13Σημείωση: κάτω από την κόκκινη γραμμή είναι Αρχ.Χώρος









                            

    Δεδομένα χάρτη©2014 Δεδομένα χάρτη Google
    Δεδομένα χάρτη
    ©2014 Δεδομένα χάρτη Google
    ©2014 Δεδομένα χάρτη Google
    Χάρτης

    Δορυφόρος




    Ανάδειξη και διαχείριση πολιτισμικής κληρονομιάς (Μέρος Γ΄)

    Πύλος: Μελέτη διαχείρισης και ανάδειξης του πολιτισμικού τοπίου του όρμου του Ναβαρίνου

    Σε μια εποχή ραγδαίων χωρικών αλλαγών, η αναγκαιότητα βαθύτερης κατανόησης του πολυδιάστατου χαρακτήρα του σύγχρονου τοπίου και συστηματικότερης δράσης για την προστασία και ανάδειξη της φυσιογνωμίας του, σε συνδυασμό με την προ τριετίας κύρωση από το ελληνικό κράτος της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το Τοπίο (European Landscape Convention), διαμορφώνουν την απαίτηση μιας πιο ολοκληρωμένης διαχειριστικής αντιμετώπισής του. Η περιοχή του όρμου του Ναβαρίνου στην Πύλο Μεσσηνίας αποτελεί ένα μοναδικής σπουδαιότητας πολιτισμικό τοπίο, το οποίο υφίσταται σημαντικές πιέσεις από τις σύγχρονες τάσεις μετασχηματισμού του χώρου. Το παρόν άρθρο (σημ. 1) έχει ως αντικείμενο τη μελέτη της διαχρονικής εξέλιξης του τοπίου του όρμου και τη διερεύνηση της υφιστάμενης κατάστασης διατήρησής του, με σκοπό τη θεωρητική ανάλυση των δυνατοτήτων αξιοποίησης και των προοπτικών ανάδειξής του. Διαπιστώνοντας την έλλειψη μιας ενιαίας αντιμετώπισης της περιοχής μελέτης σε επίπεδο διαχειριστικού σχεδιασμού, επιχειρείται η ολοκληρωμένη προσέγγισή της ως συμπλέγματος οικολογικών, κοινωνικοοικονομικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών, με γνώμονα την ανάδειξη και την προβολή των εγγενών αξιών της. Βασικός στόχος του άρθρου είναι η διατύπωση μιας συνθετικής πρότασης διαχείρισης του τοπίου και ορθολογικής ανάπτυξής του, μέσω της κατάλληλης αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που αυτό παρουσιάζει.
    Η περιοχή μελέτης (σημ. 2) βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του νομού Μεσσηνίας και ορίζεται στα βορειοδυτικά από το ύψωμα Κούκουρας, στα ανατολικά από την παράκτια ζώνη Πύλου-Γιάλοβας, στα νότια από τους βόρειους πρόποδες του Αγίου Νικολάου, ενώ στα δυτικά βρέχεται από το Ιόνιο Πέλαγος (εικ. 1-3). Περιλαμβάνει τον όρμο του Ναβαρίνου, στο νότιο άκρο του οποίου αναπτύσσονται η σύγχρονη κωμόπολη της Πύλου και ο λόφος του Νιόκαστρου. Σε απόσταση 6 χλμ. βορείως της Πύλου και κατά μήκος της παράλιας χερσαίας ζώνης του όρμου βρίσκεται ο σύγχρονος οικισμός της Γιάλοβας, ενώ βορειότερα του όρμου εκτείνεται η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας (ή Διβάρι) (σημ. 3). Δυτικά της λιμνοθάλασσας και προς το Ιόνιο αναπτύσσεται ο μικρός ημικυκλικός όρμος της Βοϊδοκοιλιάς, ο οποίος ορίζεται στα βόρεια από το λόφο του Προφήτη Ηλία και στα νότια από τη χερσόνησο του Κορυφασίου. Η χερσόνησος του Κορυφασίου εκτείνεται νοτιότερα μέχρι το λεγόμενο «Πέρασμα της Συκιάς», που συνιστά τη βόρεια στενή είσοδο του όρμου του Ναβαρίνου από το Ιόνιο Πέλαγος. Νοτίως της εισόδου αυτής αναπτύσσεται το επίμηκες νησί της Σφακτηρίας, το οποίο προστατεύει τον όρμο από τα κύματα του Ιονίου. Ανάμεσα στο νότιο άκρο της Σφακτηρίας και τους βόρειους πρόποδες του Αγίου Νικολάου, όπου παρεμβάλλεται η νησίδα Πύλος, βρίσκεται η νότια κύρια είσοδος του όρμου. Στο εσωτερικό του όρμου βρίσκεται η νησίδα Χελωνήσι.
    Την περιοχή του όρμου του Ναβαρίνου, προϊόν έντονων γεωλογικών διεργασιών, χαρακτηρίζει μεγάλη ποικιλομορφία τοπίου. Ο όρμος του Ναβαρίνου, που συνιστά ένα από τα μεγαλύτερα φυσικά λιμάνια της Μεσογείου, το τοπίο των βραχονησίδων και των βραχωδών σχηματισμών, το παραθαλάσσιο τοπίο κατά μήκος του όρμου, το παράκτιο υγροτοπικό σύμπλεγμα της λιμνοθάλασσας της Γιάλοβας, που αποτελεί τον νοτιότερο, διεθνούς σημασίας, υγρότοπο των Βαλκανίων, και ο ορμίσκος της Βοϊδοκοιλιάς, συνθέτουν τη φυσιογνωμία του πιο αναγνωρίσιμου τοπίου της δυτικής Μεσσηνίας. Στην περιοχή απαντούν οικοσυστήματα σπουδαίας περιβαλλοντικής αξίας, καθώς και σημαντικά είδη χλωρίδας και πανίδας, εκ των οποίων κάποια αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως απειλούμενα, σπάνια ή ενδημικά. Ταυτόχρονα, η διαχρονικότητα χρήσης της περιοχής, όπως αυτή μαρτυρείται από τη διαμόρφωση του τοπίου και την πυκνότητα των μνημείων όλων των ιστορικών περιόδων, φανερώνει τη διαρκή αλληλεπίδραση ανθρώπου-φύσης.
    Η ολιστική προσέγγιση του υπό μελέτη τοπίου υπαγορεύτηκε και από την ίδια τη φυσιογνωμία του, καθώς αποτελεί μια αδιάσπαστη ιστορική, οικολογική και αισθητική ενότητα. Η περιοχή, λόγω της πολυεπίπεδης αξίας της, έχει θεσμοθετηθεί ως προστατευόμενη. Ο όρμος του Ναβαρίνου είναι κηρυγμένος ιστορικός τόπος, ενώ η ευρύτερη περιοχή του έχει επιπλέον χαρακτηριστεί αρχαιολογικός χώρος και τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Τα οικοσυστήματα της λιμνοθάλασσας, η παραλία του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς, ο όρμος του Ναβαρίνου και η νήσος Σφακτηρία αποτελούν ένα ενιαίο σύμπλεγμα βιοτόπων εξαιρετικής σπουδαιότητας και σημασίας για την Ελλάδα, το οποίο έχει περιληφθεί στο ευρωπαϊκό δίκτυο Natura 2000.
    Τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή μελέτης ανάγονται στους Παλαιολιθικούς χρόνους, ενώ στη Νεολιθική εποχή έχει διαπιστωθεί χρήση του σπηλαίου του Νέστορα, το οποίο βρίσκεται στη βορειοανατολική πλαγιά του λόφου του Παλαιοκάστρου. Στον απέναντι του σπηλαίου βόρειο βραχίονα του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς έχουν αποκαλυφθεί οικισμός Πρωτοελλαδικών χρόνων, μεσοελλαδικός τύμβος και μυκηναϊκός θολωτός τάφος. Τους αιώνες που ακολούθησαν μετά την καταστροφή του μυκηναϊκού ανακτόρου της Πύλου στο λόφο του Άνω Εγκλιανού γύρω στο 1200 π.Χ., η περιοχή εμφανίζει πληθυσμιακή μείωση και περιορισμένη πολιτιστική δραστηριότητα, ενώ η Ύστερη Γεωμετρική περίοδος σηματοδοτείται από την έναρξη της σπαρτιατικής κυριαρχίας στη Μεσσηνία, η οποία διαρκεί μέχρι την ίδρυση του νέου μεσσηνιακού κράτους τον 4ο αι. π.Χ. Κατά τη διάρκεια των αιώνων της σπαρτιατικής κατοχής, το οικιστικό κέντρο της περιοχής μελέτης μετατοπίζεται στον νότιο βραχίονα του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς, στη χερσόνησο του Κορυφασίου, όπου αναπτύσσεται από τα κλασικά χρόνια η νέα πόλη-κράτος της Πύλου, διατηρώντας το όνομα «Πύλος ἠμαθόεις», της ομηρικής Πύλου του Εγκλιανού. Μετά την απελευθέρωση των Μεσσηνίων ειλώτων και την ίδρυση της Μεσσήνης, η Πύλος του Κορυφασίου κηρύσσεται αυτόνομη πόλη (362 π.Χ.) και ακμάζει κατά την περίοδο των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων, όπως μαρτυρεί το εκτεταμένο νεκροταφείο της πόλης στα ανατολικά του λόφου του Παλαιοκάστρου, το οποίο βρισκόταν στη χερσαία έκταση που αργότερα κατακλύστηκε από τα νερά της λιμνοθάλασσας.
    Στα ερείπια της αρχαίας ακρόπολης του Κορυφασίου χτίζεται την περίοδο της Φραγκοκρατίας το Παλαιόκαστρο (1282-1289), το οποίο γνώρισε τις διαδοχικές κατακτήσεις των Βενετών και των Οθωμανών, ενώ στα χρόνια της πρώτης Τουρκοκρατίας οι Οθωμανοί, αντιλαμβανόμενοι τη στρατηγική σημασία της θέσης για τον έλεγχο των Βαλκανίων, χτίζουν και ένα δεύτερο φρούριο στο νότιο άκρο του όρμου του Ναβαρίνου, το Νέο Ναβαρίνο ή Νιόκαστρο. Με την έναρξη της Επανάστασης του 1821, το Νιόκαστρο και η γύρω περιοχή περιέρχεται στους Έλληνες, ενώ το 1825, μετά τη μάχη της Σφακτηρίας, καταλαμβάνεται από τις τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις και παραμένει στην κατοχή τους μέχρι την τελευταία πράξη της Ελληνικής Επανάστασης, τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου στις 20 Οκτωβρίου του 1827, η οποία κατέληξε στην εκκένωση της νότιας Ελλάδας από τους Οθωμανούς και στην οριστικοποίηση των συνόρων του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Την αποχώρηση των Τουρκοαιγυπτίων διαδέχτηκε η άφιξη στην περιοχή της Πύλου, καθ’ υπόδειξη των Μεγάλων Δυνάμεων, του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος του στρατηγού Maison, το οποίο παρέμεινε μέχρι το 1833. Την περίοδο 1828-1833 θεμελιώνεται σε ρυμοτομικά σχέδια των Γάλλων μηχανικών η σύγχρονη νέα πόλη της Πύλου, της οποίας ο βασικός πολεοδομικός ιστός διατηρείται μέχρι σήμερα. Από τα τέλη του 19ου και κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα ανεγείρονται στη Σφακτηρία, στη βραχονησίδα Πύλος και στη νησίδα Χελωνάκι τα μνημεία των πεσόντων στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, καθώς και το ηρώο των Τριών Ναυάρχων στην ομώνυμη πλατεία της Πύλου.
    Η περιοχή μελέτης συνιστά ιδανικό προορισμό, λόγω του φυσικού κάλλους, του ιδιαίτερου ιστορικού παρελθόντος και του πολιτιστικού πλούτου της. Τα τελευταία χρόνια η περιοχή υφίσταται ισχυρές πιέσεις, με κυριότερες την απρογραμμάτιστη χωροθέτηση στην παράκτια ζώνη των τουριστικών μονάδων και της παραθεριστικής κατοικίας και την ασυμβατότητα χρήσεων γης, την οποία ενισχύει η ανυπαρξία προηγούμενου ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού ανώτερου επιπέδου. Το τοπίο της ευρύτερης περιοχής μεταβάλλεται ριζικά, λόγω της χωροθέτησης των Περιοχών Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) στο νομό Μεσσηνίας. Οι επενδύσεις στην Πύλο και στην περιοχή του Ρωμανού εν μέρει βρίσκονται εντός των ορίων των διεθνώς προστατευόμενων οικοτόπων της Πύλου, της Γιάλοβας και της Σφακτηρίας (εικ. 4). Η χωροθέτηση της επένδυσης σε μια περιοχή σπουδαίας περιβαλλοντικής και ιστορικής αξίας επηρεάζει ουσιωδώς την οικολογική ισορροπία και την παραγωγική βάση του τόπου, καθότι επιβάλλει για πρώτη φορά συγκεκριμένες χρήσεις γης σε εκτός σχεδίου περιοχή Natura, μεταβάλλοντας το χαρακτήρα της περιοχής από γεωργικό σε τουριστικό. Παράλληλα, στην αισθητική αλλοίωση της περιοχής μελέτης συντελούν και άλλες ανθρωπογενείς δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται με την απόρριψη σκουπιδιών και μπάζων στις παραλίες του Διβαρίου και της Βοϊδοκοιλιάς, ενώ σημαντικές πιέσεις υφίστανται οι οικότοποι προτεραιότητας των λευκών θινών και των ενδημικών κέδρων από την παράνομη κατασκήνωση, τη διέλευση και στάθμευση τροχοφόρων και τη μαζική χρήση των ακτών για αναψυχή. Σημαντική είναι και η περιβαλλοντική πίεση που ασκείται από τα υγρά απόβλητα των μονάδων επεξεργασίας ελαιόλαδου των γειτονικών κοινοτήτων, τα οποία ρυπαίνουν το ρέμα «Ξηρολάγκαδος» που περιβάλλει τη λιμνοθάλασσα, από τον ελλιμενισμό εμπορικών πλοίων στον κόλπο του Ναβαρίνου και τη μόλυνση των ακτών με πίσσες, οι οποίες δημιουργούνται από τη συχνή εκροή πετρελαϊκών υδρογονανθράκων από διερχόμενα δεξαμενόπλοια. Επίσης, δυσμενείς παράγοντες θεωρούνται τα φαινόμενα λαθροθηρίας και λαθραλιείας και η μείωση της βιοποικιλότητας της λιμνοθάλασσας, μέσω της καταπάτησης υγροτοπικών εκτάσεων και της μετατροπής τους σε αγροτική γη, καθώς και η υπεραλίευση του κόλπου του Ναβαρίνου.
    Η υφιστάμενη κατάσταση διατήρησης του τοπίου, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό διατήρησης των δομών και των λειτουργιών, το βαθμό φυσικότητας των οικοτόπων, τις απειλές, αλλά και τις δυνατότητες βελτίωσης και αποκατάστασης, αξιολογείται ως σχετικά ικανοποιητική. Ωστόσο, αν δεν τεθεί άμεσα σε εφαρμογή μια σαφής χωροταξική πολιτική με στόχο την ενίσχυση του καθεστώτος προστασίας της περιοχής, εκτιμάται ότι ο δείκτης τρωτότητας του τοπίου θα αυξηθεί, ως συνέπεια της έντασης της ανθρώπινης δραστηριότητας στο χώρο, η οποία δύναται να προκαλέσει την υποβάθμιση των οικοσυστημάτων και την αισθητική αλλοίωση της φυσιογνωμίας του τοπίου. Αναφορικά με την κατάσταση διατήρησης των μνημείων της περιοχής μελέτης σημειώνεται πως αυτή κρίνεται ως αρκετά ικανοποιητική, καθότι έχει διασωθεί η αρχιτεκτονική μορφή και σημαντικό ποσοστό του αυθεντικού υλικού των περισσότερων από αυτά. Τα μνημεία συνιστούν σημαντική πηγή πληροφόρησης για την πολιτιστική εξέλιξη της περιοχής μελέτης, καθώς αντιπροσωπεύουν πολλές και διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Ωστόσο, η σημερινή εικόνα που παρουσιάζει η πλειονότητα των μνημειακών χώρων είναι αναντίστοιχη της σπουδαιότητάς τους, αφού δεν έχει ληφθεί μέριμνα για την ολοκληρωμένη προστασία τους και δεν έχουν πραγματοποιηθεί οι απαιτούμενες επεμβάσεις για τη διαμόρφωσή τους σε οργανωμένους επισκέψιμους αρχαιολογικούς χώρους.
    Ως στρατηγικός στόχος για τη μακροπρόθεσμη διαχείριση της περιοχής μελέτης ορίζεται η προστασία και ανάδειξη του πολιτισμικού τοπίου στην κατεύθυνση της βιωματικής προσέγγισής του από τους κατοίκους και επισκέπτες της περιοχής. Για την ενίσχυση του καθεστώτος προστασίας του τοπίου προτείνεται η θέσπιση ζωνών προστασίας στην ήδη θεσμοθετημένη περιοχή Natura, η οποία θα αποτρέψει τη χωροθέτηση ασύμβατων χρήσεων γης. Ως αποτελεσματικός θεσμός προστασίας προτείνονται οι Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.), στις οποίες καθορίζονται συγκεκριμένες χρήσεις γης και περιορισμοί δόμησης. Η προτεινόμενη Ζ.Ο.Ε. διαχωρίζεται σε τέσσερις επιμέρους περιοχές προστασίας: τη Ζώνη Απολύτου Προστασίας, τη Ζώνη Περιφερειακής Προστασίας, τη Ζώνη Οικοανάπτυξης Α΄ και τη Ζώνη Οικοανάπτυξης Β΄ (εικ. 5).
    Στη Ζώνη Απολύτου Προστασίας επιτρέπονται μόνο χρήσεις που είναι συμβατές ή κρίνονται απαραίτητες για τις ανάγκες προστασίας της περιοχής, καθώς και χρήσεις που σχετίζονται με την ανάδειξη της προστατευόμενης έκτασης, όπως η χάραξη μονοπατιών και ποδηλατικών διαδρομών, η πραγματοποίηση επεμβάσεων αποκατάστασης των μνημειακών χώρων, η εκτέλεση έργων υποδομής μικρής κλίμακας για την επόπτευση του χώρου (π.χ. διαμόρφωση θέσεων θέασης του τοπίου, εγκατάσταση παρατηρητηρίων της ορνιθοπανίδας), την ενημέρωση του κοινού και την ενίσχυση της πληροφοριακής σήμανσης. Εντός της ζώνης απαγορεύεται κάθε είδους δόμηση, καθώς και η παραχώρηση δημοσίων εκτάσεων κατά κυριότητα και κατά χρήση. Στη Ζώνη Περιφερειακής Προστασίας, η οποία λειτουργεί ως ζώνη μετάβασης από τα αυστηρώς προστατευόμενα ευαίσθητα οικοσυστήματα στα αγροοικοσυστήματα, επιδιώκεται η διατήρηση του γενικού χαρακτήρα και της οικολογικής λειτουργίας της, επιτρέποντας μικρής κλίμακας αλλαγές, οι οποίες όμως δεν προκαλούν υποβάθμιση ή αισθητική αλλοίωση του τοπίου. Σε ό,τι αφορά την υδάτινη έκταση του όρμου του Ναβαρίνου, καθοριστικής σημασίας επεμβάσεις θεωρούνται η συστηματική υποβρύχια ερευνητική επισκόπηση για την ψηφιακή χαρτογράφηση του βυθού, η οριοθέτηση ζωνών εντός του κηρυγμένου εναλίου αρχαιολογικού χώρου και ο καθορισμός των όρων άσκησης των θαλάσσιων δραστηριοτήτων. Στις Ζώνες Οικοανάπτυξης Α΄ (περιοχή οικισμού Πύλου) (σημ. 4) και Β΄ (περιοχή οικισμού Γιάλοβας), επιδιώκεται η προστασία και ανάδειξη των ιδιαίτερων φυσικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών, καθώς και η ήπια ανάπτυξη των παραγωγικών ασχολιών και δραστηριοτήτων των περιοχών, με την προώθηση εναλλακτικών μορφών τουρισμού.
    Για την ολοκληρωμένη ανάδειξη των στοιχείων φυσικού κάλλους σε συνδυασμό με την αξιοποίηση και προβολή των χαρακτηριστικών που συνθέτουν την ιστορική και πολιτιστική φυσιογνωμία της περιοχής μελέτης, προτείνεται η ένταξη αυτών και η μεταξύ τους σύνδεση σε ένα ενιαίο δίκτυο περιβαλλοντικού και πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Η κεντρική ιδέα της υποδομής συγκροτείται γύρω από την έννοια της εξακτίνωσης στο χώρο των λειτουργιών του πολυκεντρικού δικτύου, οι οποίες ερμηνεύουν ολιστικά την πολιτισμική εξέλιξη του τόπου. Ως βασικά συνθετικά στοιχεία του δικτύου αναγνωρίζονται οι διαφορετικοί τύποι τοπίων και οικοτόπων, τα μνημειακά κατάλοιπα της περιοχής μελέτης, καθώς και το πλέγμα υπαίθριων διαδρομών, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει ως μια εφαρμοσμένη πρακτική ερμηνείας του πολιτισμικού τοπίου, που αποσκοπεί στην εκπαίδευση, ευαισθητοποίηση και αναψυχή των επισκεπτών. Το Πολυκεντρικό Περιβαλλοντικό και Πολιτιστικό Δίκτυο έχει ως βασικούς πόλους το Κέντρο Υποδοχής και Πληροφόρησης Επισκεπτών Πυλίας, το οποίο προτείνεται να χωροθετηθεί σε κεντρικό σημείο της πόλης της Πύλου, το Κέντρο Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης και Οικοτουρισμού στη Γιάλοβα και το Υπαίθριο Μουσείο στον όρμο της Βοϊδοκοιλιάς (εικ. 6). Οι κόμβοι αυτοί, λειτουργώντας συμπληρωματικά μεταξύ τους, συγκεντρώνουν και ταυτόχρονα διαχέουν τη διαθέσιμη πληροφορία και γνώση σχετικά με τα ιστορικά, οικολογικά και αισθητικά χαρακτηριστικά της περιοχής μελέτης. Η υποδομή αυτή ενισχύεται με επιμέρους μικρότερους πληροφοριακούς σταθμούς, πλατώματα πανοραμικής θέασης (belvedere) του τοπίου και οργανωμένους χώρους για την εξυπηρέτηση του κοινού.
    Ως πρώτος πόλος του δικτύου ορίζεται το προτεινόμενο ενιαίο αρχαιολογικό πάρκο στη δυτική πλευρά του οικισμού της Πύλου, το οποίο διαμορφώνεται μέσω της ενοποίησης του Νιόκαστρου με το μεσαιωνικό Υδραγωγείο, ενώ διά της επανάχρησης του εγκαταλειμμένου κτηρίου του παλαιού νοσοκομείου του Ερυθρού Σταυρού ως Κέντρου Υποδοχής και Πληροφόρησης Επισκεπτών Πυλίας, η περιοχή προβλέπεται να αποτελέσει το σημείο εκκίνησης για την περιήγηση του κοινού στην ευρύτερη περιοχή του όρμου του Ναβαρίνου (εικ. 7). Τον δεύτερο πόλο του δικτύου συνιστά το Κέντρο Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης και Οικοτουρισμού στην περιοχή του οικισμού της Γιάλοβας, το οποίο θα συμβάλει ουσιαστικά στη συστηματική περιβαλλοντική και πολιτιστική ενημέρωση, εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση της τοπικής κοινωνίας και του κοινού σχετικά με την ανάγκη προστασίας και ορθολογικής διαχείρισης του υγροτοπικού οικοσυστήματος της περιοχής. Για τη στέγαση του εν λόγω κέντρου προβλέπεται η αξιοποίηση των εγκαταλειμμένων βιομηχανικών κτηρίων του οικισμού της Γιάλοβας, αφού προηγηθεί η αξιολόγηση για την κήρυξή τους ως διατηρητέων. Η περιβαλλοντική, αρχαιολογική και αισθητική σπουδαιότητα του τοπίου του ορμίσκου της Βοϊδοκοιλιάς καθιστούν την περιοχή ιδανική για την ανάδειξή της σε ένα Υπαίθριο Μουσείο, το οποίο αποτελεί τον τρίτο πόλο του δικτύου. Το Υπαίθριο Μουσείο, λειτουργώντας ως ερμηνευτικό εργαλείο προσέγγισης του απώτερου παρελθόντος της περιοχής, μετατρέπει τα μνημειακά κατάλοιπα σε αναγνώσιμο και διδακτικό αρχαιολογικό χώρο.
    Σε εμφανή σημεία των τριών παραπάνω κομβικών περιοχών του δικτύου θα υπάρχει αναρτημένος κατατοπιστικός χάρτης της περιοχής μελέτης, που θα απεικονίζει το προτεινόμενο δίκτυο των εννέα περιβαλλοντικών και πολιτιστικών διαδρομών (εικ. 8). Για την ενίσχυση της αντιληπτικότητας και κατανόησης της δομής του τοπίου προβλέπεται η ένταξη στο δίκτυο περιήγησης των επισκεπτών έξι αξιόλογων θέσεων πανοραμικής θέασης της περιοχής μελέτης, οι οποίες θα λειτουργούν ως σημεία ανάπαυσης και εξ αποστάσεως ενατένισης του τοπίου (εικ. 9). Το πολυκεντρικό δίκτυο του υπό μελέτη τοπίου μπορεί να αποτελέσει τμήμα ενός ευρύτερου δικτύου περιήγησης του νομού Μεσσηνίας. Σε αναρτημένους χάρτες του νομού θα παρέχεται πληροφόρηση στο κοινό σχετικά με τις δυνατότητες επίσκεψης των υπόλοιπων πολιτισμικών συνόλων της Μεσσηνίας, ενώ θα υπομνηματίζονται προτεινόμενες θεματικές διαδρομές (π.χ. δίκτυο επίσκεψης θολωτών και θαλαμοειδών μυκηναϊκών τάφων (εικ. 10), δίκτυο βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων, δίκτυο επίσκεψης κάστρων). Για τη διαμόρφωση σφαιρικής αντίληψης της πολιτισμικής εξέλιξης της Μεσσηνίας διά μέσου των αιώνων, το κοινό θα παροτρύνεται να ξεκινήσει την περιήγησή του στο νομό από το Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της Καλαμάτας, το οποίο προσφέρει μια πλήρη παρουσίαση των αρχαιοτήτων της περιοχής από τους προϊστορικούς χρόνους έως και τη βυζαντινή εποχή.
    Συμπερασματικά, γίνεται αντιληπτό ότι η διαχείριση και ανάδειξη του σύγχρονου τοπίου συνιστά ένα δυσεπίλυτο θέμα σχεδιασμού, το οποίο επιβάλλει την εκτίμηση και μελέτη πολλαπλών παραμέτρων. Μέσα στις συνεχείς διαδικασίες μετασχηματισμού της ελληνικής υπαίθρου και της εξουθενωτικής πίεσης που ασκούν πολλαπλές και συχνά αντικρουόμενες διεκδικήσεις, τα περιβαλλοντικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά του τοπίου είναι τα κύρια στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητά του και αναδεικνύονται σε σημάδια της συλλογικής μνήμης. Στον αντίποδα του προσανατολισμού του κρατικού χωροταξικού σχεδιασμού προς τη διεύρυνση της δικαιοδοσίας της οικοδομικής και τουριστικής βιομηχανίας εις βάρος φυσικών και πολιτισμικών πόρων, την οποία ενισχύει το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, επιτρέποντας την εκτός σχεδίου δόμηση, τη δόμηση σε περιοχές Natura και σε τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, κρίνεται αναγκαίο να προωθηθεί η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του τοπίου ως κοινωνικού αγαθού και η ανάδειξη της πολυεπίπεδης αξίας του. Η περίπτωση της διαχείρισης και ανάδειξης του πολιτισμικού τοπίου του όρμου του Ναβαρίνου που επιλέχθηκε στο παρόν άρθρο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα που εμπίπτει στην παραπάνω προβληματική. Η διατήρηση του υφιστάμενου τοπίου ως αναντικατάστατου φυσικού και πολιτισμικού πόρου και ως πολύτιμης δεξαμενής αρχαιολογικών, ιστορικών και πολιτιστικών τεκμηρίων, απαιτεί την ενίσχυση του καθεστώτος προστασίας, την αναγνώριση της ποικιλότητάς του (σε επίπεδο φυσικό, μορφολογικό, λειτουργικό, ιστορικό, ιδεολογικό) και την επεξεργασία του ως συνολικού αντικειμένου, με στόχο τον ολοκληρωμένο και διεπιστημονικό σχεδιασμό των παρεμβάσεων. Η κατάκτηση μιας ενιαίας τοπιακής αντίληψης και συνείδησης σε επίπεδο βίωσης, αντιμετώπισης και σχεδιασμού, συνιστά μια σύνθετη συνθήκη, η οποία όμως κρίνεται καθοριστική για τη διαφύλαξη της γεωγραφικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας του υπό μελέτη τοπίου.

    Ηρώ-Αλεξάνδρα Βαλσαμάκη
    Αρχαιολόγος, MA στη Διαχείριση Μνημείων
    Αρχαιολόγος ΠΕ-ΙΔΟΧ στο υποέργο «Αρχαιολογικές Εργασίες για την κατασκευή Στεγάστρου στο Ανάκτορο του Νέστορος» που εκτελείται από τη ΛΗ΄ ΕΠΚΑ στα πλαίσια του έργου «Κατασκευή νέου στεγάστρου προστασίας του Ανακτόρου του Νέστορος στον Άνω Εγκλιανό Ν. Μεσσηνίας»
     
    ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
    1. Το άρθρο αποτελεί σύνοψη μεταπτυχιακής διατριβής με τίτλο «Πύλος. Μελέτη Διαχείρισης και Ανάδειξης του Πολιτισμικού Τοπίου του Όρμου του Ναβαρίνου» που εκπονήθηκε κατά το ακαδημαϊκό έτος 2011-2012 στο πλαίσιο του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Διαχείριση Μνημείων: Αρχαιολογία, Πόλη και Αρχιτεκτονική».
    2. Ως περιοχή μελέτης ορίζεται ο καταχωρημένος τόπος ως Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους «Πύλος και Όρμος Ναβαρίνου» (Κωδικός Τόπου: AT1011008) στη βάση δεδομένων του Ε.Μ.Π. για την ελληνική φύση με την επωνυμία ΦΙΛΟΤΗΣ (http://filotis.itia.ntua.gr/biotopes/c/AT1011008/, 5.1.2012), η οποία διαμορφώθηκε βάσει του ερευνητικού προγράμματος «Οριοθέτηση και Καθορισμός Μέτρων Προστασίας Τοπίων Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους» του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ (1996-1999).
    3. Πρόκειται για μια ρηχή υφάλμυρη λίμνη, έκτασης περίπου 2.500 στρεμμάτων που περιβάλλεται από αμμώδεις παραλίες, αλίπεδα, υφάλμυρα έλη και δάση αρμυρικιών. Σημειώνεται ότι η περιοχή στα βόρεια του κόλπου του Ναβαρίνου έχει μελετηθεί ως περίπτωση πολιτισμικού τοπίου με τίτλο «Η Λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας και ο Όρμος της Βοϊδοκοιλιάς» στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος με την ονομασία «Το σύγχρονο ελληνικό πολιτισμικό τοπίο: ένας αεροφωτογραφικός άτλαντας» που πραγματοποιήθηκε από το Εργαστήριο Εφαρμοσμένης και Ανθρώπινης Γεωγραφίας του Τμήματος Γεωγραφίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου, Εργαστήριο Εφαρμοσμένης και Ανθρώπινης Γεωγραφίας, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Greekscapes – Αεροφωτογραφικός Άτλαντας Ελληνικών Τοπίων (2008-2010), http://galaxy.hua.gr/~landscapesatlas/index.php/2010-01-21-16-47-29/landscapescat/70/130-gialova.html, 23.1.2012).
    4. Για τη διατήρηση και ανάδειξη της ιδιαίτερης ιστορικής, πολεοδομικής και αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας της πόλης της Πύλου κρίνεται αναγκαία η σύνταξη ενός νέου ειδικού οικοδομικού κανονισμού, μέσω του οποίου θα θεσπίζονται ειδικοί όροι προστασίας και περιορισμοί δόμησης, θα καθορίζονται οι κοινόχρηστοι και δομήσιμοι χώροι, καθώς και οι επιτρεπόμενες χρήσεις σε κάθε τμήμα του παραδοσιακού οικισμού.
    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
    • Acheson P.E. / Davis J.L., «Περιφερειακές μελέτες, αρχαιολογική επιφανειακή έρευνα και αρχαιολογία του τοπίου στην Ελλάδα», στο Π.Ν. Δουκέλλης (επιμ.), Το Ελληνικό Τοπίο. Μελέτες Ιστορικής Γεωγραφίας και Πρόσληψης του Τόπου, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2007, σ. 33-58.
    • Bennet J. / Davis J.L. / Harlan D.K., «The Fortress of Anavarin-I Cedid», στο F. Zarinebaf / J. Bennet / J.L. Davis, A Historical and Economic Geography of Ottoman Greece, the Southwestern Morea in the 18th Century, Hesperia Supplement, 34, ASCSA Publications, Princeton 2005, σ. 241-264.
    • Γιαλούρης Ν., «Ελληνιστικό Νεκροταφείο Γιαλόβης Παλαιοναυαρίνου (Κορυφασίου)», ΑΔ 21 (1966), Χρονικά, σ. 164-165.
    • Davis J.L. (επιμ.), Πύλος η Αμμουδερή. Ιστορικό και Αρχαιολογικό Ταξίδι από την Εποχή του Νέστορα έως τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, μτφρ. Μ. Κόμβου, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα 2005.
    • Δικαίος Ε., «Η προβληματική καθορισμού Π.Ο.Τ.Α. σε προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000», 2010, Νόμος και Φύση, http://www.nomosphysis.org.gr (15/1/2012).
    • Δουκέλλης Π.Ν., «Αναζητώντας το τοπίο», στο Π.Ν. Δουκέλλης (επιμ.), Το Ελληνικό Τοπίο. Μελέτες Ιστορικής Γεωγραφίας και Πρόσληψης του Τόπου, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2007, σ. 13-31.
    • Κοντογιάννης Ν.Δ., «Το Νιόκαστρο Πύλου μέσα από τα σχέδια των στρατιωτικών μηχανικών του 17ου-19ου αιώνα», στο Ανταπόδοση - Μελέτες Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης προς τιμήν της καθ. Ελένης Δεληγιάννη-Δωρή, Αθήνα 2010, σ. 199-224.
    • Κορρές Γ.Σ., «Η Προϊστορία της Βοϊδοκοιλιάς», στο Μνήμη. Τόμος εις Μνήμην Γεωργίου Ι. Κουρμούλη, Αθήνα 1989, σ. 393-430.
    • Κορρές Γ.Σ. (υπό Σάμψων Α.), «Ανασκαφαί ανά την Πυλίαν: Σπήλαιο του Νέστορος», ΠΑΕ 1980, Αθήνα 1982, σ. 175-187.
    • Κορρές Γ.Σ., «Η ανάγκη ανάπτυξης πολιτιστικού τουρισμού στη Μεσσηνία. Η περίπτωση της Πύλου», στο Η αρχαιολογική έρευνα και η διαχείρισις της πολιτισμικής κληρονομιάς δια την ανάδειξη των μνημείων της Μεσσηνίας χάριν αναπτύξεως του Πολιτιστικού Τουρισμού, Διεθνές Συνέδριο Μεταπτυχιακών Σπουδαστών Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, 28-31 Οκτωβρίου 2004, Συνδιοργάνωση Πανεπιστημίου Αθηνών και Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων ΥΠ.ΠΟ., Πύλος-Νιόκαστρο 2006.
    • Κούκου Ε.Ε., «Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου και οι Ξένες Δυνάμεις», στο Πύλος. Διαχρονική-Διεπιστημονική Εξέταση, Πρακτικά του Α΄ Τοπικού Συνεδρίου, 1-3 Μαΐου 1998, Έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου Πύλου «Το Ναβαρίνο», Αθήνα 1999, σ. 53-59.
    • Κουτσούμπας Δ. / Ντούνας Κ. / Αρβανιτίδης Χ. / Τριανταφύλλου Γ. / Κορνήλιος Σ. / Πετυχάκης Γ. / Λύκος Β., «Εκτίμηση της περιβαλλοντικής κατάστασης και βασικοί άξονες διαχειριστικού σχεδιασμού στα υδάτινα συστήματα του κόλπου του Ναβαρίνου και της λιμνοθάλασσας της Γιάλοβας», στο Πύλος. Διαχρονική-Διεπιστημονική Εξέταση, Πρακτικά του Α΄ Τοπικού Συνεδρίου, 1-3 Μαΐου 1998, Έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου Πύλου «Το Ναβαρίνο», Αθήνα 1999, σ. 83-88.
    • Μπάλτας Χ.Α., «Τοπογραφικά της Πύλου των κλασικών, ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων σε συνδυασμό με το πρόβλημα της εκεί λιμνοθάλασσας του Οσμάναγα», στο Πύλος. Διαχρονική-Διεπιστημονική Εξέταση, Πρακτικά του Α΄ Τοπικού Συνεδρίου, 1-3 Μαΐου 1998, Έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου Πύλου «Το Ναβαρίνο», Αθήνα 1999, σ. 27-31.
    • Παπαθανασόπουλος Γ. / Παπαθανασόπουλος Θ., Πύλος-Πυλία, Οδοιπορικό στο χώρο και στο χρόνο, εκδ. Τ.Α.Π.Α, Αθήνα 2000.
    • Τερκενλή Θ.Σ., Το Πολιτισμικό Τοπίο: Γεωγραφικές Προσεγγίσεις, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1996.
    • Woodhouse C.M., Η ναυμαχία του Ναβαρίνου, μτφρ. Σ. Χατζηπολυχρόνης, εκδ. Β.Π. Καλδής, Αθήνα 1977.
    • Χασιακού Αφρ. / Κορρές Γ.Σ., «Νέες Προϊστορικές Θέσεις στη Μεσσηνία»,στο Ι. Προμπονάς / Π. Βαλαβάνης (επιμ.), Ευεργεσίη, Τόμος Χαριστήριος στον Παναγιώτη Κοντό [Παρουσία ΙΖ-ΙΗ, 2004-2005], Αθήνα 2006, σ. 689-758.
    • Zangger E. / Timpson M.E. / Yazvenko S.B. / Kuhnke F. / Knauss J., «The Pylos Regional Archaeological Project. Part II: Landscape Evolution and Site Preservation», στοHesperia 66/4 (1997), σ. 549-641.
    Ρωμανός Μεσσηνία: Πρωτοελλαδικός οικισμός, Θολωτός τάφος και ευρήματα εποχής Σιδήρου

     Ο Ρωμανός είναι χωριό του Δήμου Πύλου Νέστορος και βρίσκεται 2 χιλιόμετρα βόρεια του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς. Η περιοχή διαθέτει απαράμιλλο φυσικό κάλλος και αποτελεί σημαντικό πόλο έλξης επισκεπτών.
     Κατά την διάρκεια κατασκευής μεγάλης ξενοδοχειακής μονάδας δυτικά του χωριού, βρέθηκε και ανασκάφηκε μερικώς ένας σπουδαίος αρχαιολογικός χώρος.
     Ήρθε στο φως εκτεταμένος Πρωτοελλαδικός οικισμός, -3200 έως -2200, που είναι ο μεγαλύτερος της Μεσσηνίας που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα. Στα ευρήματα του οικισμού συγκαταλέγονται αξιόλογα αγγεία της εποχής αλλά και εργαστήριο χαλκού, μοναδικού για ολόκληρη την Πελοπόννησο.
     Στην ίδια περιοχή ανασκάφτηκαν Μυκηναϊκός Θολωτός τάφος, -1600,  τάφοι και οικίες της εποχής του Σιδήρου, -1100 έως -800, πρώιμος Αρχαϊκός Ναός, επίσης μοναδικού για την Μεσσηνία αλλά και οικιστικές εγκαταστάσεις των Ελληνιστικών χρόνων.
    Τα ευρήματα αυτά καταδεικνύουν την αρχαιολογική σπουδαιότητα της περιοχής που κατοικήθηκε συνεχώς από τα βάθη των αιώνων.
    Δυστυχώς τα περισσότερα από τα σπουδαία αυτά ευρήματα καταχώθηκαν, στερώντας τις επόμενες γενιές από ένα σπουδαίο κληροδότημα.



     Στο πλαίσιο των εργασιών για την ανέγερση της ξενοδοχειακής μονάδας Costa Navarino – Navarino Dunes με γήπεδο γκολφ δεκαοκτώ διαδρομών, το οποίο αναπτύσσεται σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, βορειοδυτικά του χωριού Ρωμανός, διεξήχθησαν από τις 20 Φεβρουαρίου του 2007 έως τις 31 Ιουλίου του 2010, σε διάφορα σημεία της τεράστιας έκτασης, συνεχόμενες σωστικές αρχαιολογικές ανασκαφές.
     Οι ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν υπό την επίβλεψη της ΛΗ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας και με δαπάνες της εταιρείας ΤΕΜΕΣ, ενώ υπεύθυνος των ανασκαφών ήταν ο υπογράφων ως επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας και του εργατοτεχνικού προσωπικού.
     Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα ήταν συγκεντρωμένα κυρίως στα νότια και ανατολικά όρια της προβλεπόμενης περιοχής ανάπτυξης του έργου της Π.Ο.Τ.Α Ρωμανού. 
    (Περιοχή Ολοκληρωμένης Τουριστικής  Ανάπτυξης).

    Ακολουθούν τα σημαντικά ευρήματα των Προϊστορικών χρόνων και της εποχής του σιδήρου. Τα ευρήματα των Αρχαϊκών και Ελληνιστικών χρόνων μπορείτε να τα δείτε στον σύνδεσμο:
     Ρωμανός Μεσσηνία: Αρχαϊκός ναός και κατοίκηση Ελληνιστικών χρόνων

    Πρωτοελλαδικός οικισμός (ΠΕ Ι/ΙΙ και ΠΕ ΙΙ), -3200 έως -2200.

     Ο εξαιρετικά εκτεταμένος πρωτοελλαδικός οικισμός βρίσκεται στο ύψωμα από το οποίο διέρχονται οι διαδρομές 15 και 16 του γηπέδου γκολφ. Στα βόρεια επεκτείνεται έως τον ποταμό Σέλα, ενώ προς τα δυτικά φθάνει μέχρι το green της διαδρομής 15 του γκολφ.

     Τα ανατολικά και νότια όρια του οικισμού είναι απροσδιόριστα. Είναι πάντως βέβαιο ότι επεκτείνεται πέραν των ορίων της περίφραξης της Π.Ο.Τ.Α. Ρωμανού σε γειτονικά κτήματα.
     Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα γνωστά ανασκαφικά δεδομένα ο πρωτοελλαδικός οικισμός καλύπτει μια έκταση τουλάχιστον 40 στρεμμάτων και μπορεί να θεωρηθεί ως ο μεγαλύτερος έως τώρα εξερευνημένος οικισμός της ΠΕ περιόδου στην Μεσσηνία, -3200 έως -2200.

     Εντυπωσιακή είναι η οργάνωση του οικισμού, με τις ευρύχωρες κατοικίες, που έχουν ορθογώνια κάτοψη και προσανατολισμό από ΝΔ-ΒΑ. 
     Διακρίνονται επίσης δρόμοι, πηγάδια με λίθινη επένδυση, εργαστήρια, αποθήκες, οικίες, καθώς και μία θέση, η οποία πολύ πιθανόν να συνδέεται με τελετές ή γιορτές στο πλαίσιο κάποιας λατρείας.

     Ένα από τα πρώτα κτίρια του οικισμού της ΠΕ ΙΙ περιόδου, -2600 , που αποκαλύφθηκε ήδη το 2007, υπήρξε ένα εργαστήριο για την επεξεργασία χαλκού, δηλαδή για την τήξη και τη μετέπειτα επεξεργασία του μέταλλου.
     Παρόμοια εγκατάσταση της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, δηλαδή της -3ης χιλιετίας, είναι απολύτως μοναδική για την Πελοπόννησο, ιδιαίτερα λόγω του σχεδιασμού του εργαστηρίου, που προοριζόταν εξ αρχής αποκλειστικά για τη χρήση αυτή.


    Πρωτοελλαδικό φρέαρ και εργαστήριο επεξεργασίας χαλκού στο κέντρο, -2700.
     Από τις προσεκτικές παρατηρήσεις μας στον συγκεκριμένο χώρο διαπιστώθηκε η προνοητικότητα με την οποία κτίστηκε το εργαστήριο αυτό, προκειμένου να υπάρξει απόλυτη εκμετάλλευση των καιρικών συνθηκών και ιδιαίτερα της κατεύθυνσης του ανέμου, για την καλύτερη απόδοση της φωτιάς και την εξασφάλιση των απαραίτητων συνθηκών θερμοκρασίας στην επεξεργασία του χαλκού.
     Στο σημείο της τήξης του χαλκού βρέθηκαν, ανάμεσα στη στάχτη και στα κομμάτια από κάρβουνο, αρκετά τμήματα σκωρίας χαλκού καθώς και θραύσματα από πήλινες χοάνες με κολλημένα λείψανα σκωρίας χαλκού στις εσωτερικές πλευρές τους.
     Είναι αξιοσημείωτο ότι σε πολλά σημεία του προϊστορικού οικισμού συλλέχθηκαν τμήματα σκωρίας χαλκού, τόσο επιφανειακά όσο και εντός των ανασκαφικών σκαμμάτων, κυρίως στο χώρο ΒΔ της διαδρομής 16 του γηπέδου γκολφ. Σε άλλο χώρο του εργαστηρίου χαλκού γινόταν και επεξεργασία οψιδιανού, όπως μαρτυρούν οι εκατοντάδες εργαλείων, θραυσμάτων και πυρήνων οψιδιανού, που βρέθηκαν εκεί.

     Επισημαίνεται ότι ήταν τεράστιος ο αριθμός των εργαλείων και των αντικειμένων από οψιδιανό που βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές σε όλη την έκταση του προϊστορικού οικισμού, γεγονός που μαρτυρά στενές εμπορικές επαφές και συναλλαγές των προϊστορικών κατοίκων με τις Κυκλάδες. Αντίθετα, λιγοστά υπήρξαν τα εργαλεία από πυριτόλιθο.
     Λίγα μέτρα δυτικά του εργαστηρίου αποκαλύφθηκε ένα φρέαρ της ΠΕ ΙΙ περιόδου, η μισή λίθινη επένδυση του οποίου είχε καταρρεύσει και είχε πέσει στο εσωτερικό του. Το εγκαταλελειμμένο πλέον φρέαρ χρησιμοποιήθηκε ως αποθέτης από τους προϊστορικούς κατοίκους, αφού μέχρι βάθους περίπου 3,5 μ. ήταν γεμάτο με κεραμική της ΠΕ ΙΙ περιόδου και με άλλα αντικείμενα της εποχής, όπως εργαλεία από οψιδιανό, πυριτόλιθο, χαλκό και οστά ζώων.


    ΠΕ ΙΙ φρέαρ στο τετράγωνο Θ23 στο κέντρο της διαδρομής 16.


     Πολλά αγγεία που βρέθηκαν στο φρέαρ ήταν ολόκληρα, μερικά μάλιστα άθιχτα, ενώ υπήρχε καικεραμική με γραπτή και εγχάρακτη διακόσμηση. Πρόκειται κυρίως για σαλτσιέρες, ασκούς, φιαλίδια με δακτυλιόσχημες βάσεις, πρόχους, αλλά και βαθιές φιάλες, πίθους και τηγάνια. Ιδιαίτερα αξιόλογος ήταν ένας ασκός-θήλαστρο για το τάισμα βρέφους.
     Το τεράστιο αυτό σύνολο ολόκληρων αγγείων της ΠΕ ΙΙ περιόδου, που βρέθηκε στο φρέαρ, είναι μοναδικό για τη Μεσσηνία.
     Υπολογίζεται ότι μετά τη συντήρηση της συλλεγείσας από το φρέαρ κεραμικής, θα προκύψουν τουλάχιστον 200 ολόκληρα, ή σχεδόν ολόκληρα, πήλινα αγγεία. Παρόμοιος αριθμός ολόκληρων αγγείων αυτής της περιόδου βρέθηκε στην Πελοπόννησο μόνο ανάμεσα στο δημοσιευμένο υλικό από τον ΠΕ ΙΙ οικισμό της Λέρνας ΙΙΙ στην Αργολίδα.



    Ρωμανός: Αγγεία από το φρέαρ, -2700.
    ΠΕ ΙΙ φρέαρ στο τετράγωνο Θ 23.
     Το εργαστήριο επεξεργασίας χαλκού και οψιδιανού καθώς και το φρέαρ καταχώθηκαν το 2008 σε βάθος 1 μ. από τη σημερινή επιφάνεια της διαδρομής 16 του γηπέδου γκολφ.
     Νοτιότερα, αποκαλύφθηκε ένα πυκνά οικοδομημένο τμήμα του πρωτοελλαδικού οικισμού, που καταλαμβάνει 14 ανασκαφικά τετράγωνα 5×5 μ..
     Στις δύο πλευρές ενός αρχαίου δρόμου, που είχε κατεύθυνση από δυτικά-βορειοδυτικά προς ανατολικά-νοτιοανατολικά, αναπτύσσεται μια σειρά ορθογώνιων κατοικιών με αυλές. Οι τοίχοι αυτών των οικιών είχαν γερά θεμέλια κατασκευασμένα από αργούς λίθους, το ύψος των οποίων έφθανε το 1 μ., ενώ η ανωδομή τους ήταν από πλίθρες.
     Ένας άλλος δρόμος, με κατεύθυνση προς τα βορειοανατολικά θα πρέπει να διασταυρωνόταν με τον πρώτο. Το σημείο της διασταύρωσης των δύο δρόμων δεν έχει έλθει στο φως, δεδομένου ότι τα ασφυκτικά περιορισμένα χρονικά περιθώρια που είχαν τεθεί από πλευράς των ιδιοκτητών για την περαίωση της ανασκαφής δεν επέτρεψαν την επέκταση της αρχαιολογικής έρευνας.
     Κατά την ανασκαφή αυτού του τμήματος του οικισμού, διαπιστώθηκαν τρεις με τέσσερις διαδοχικές φάσεις οικοδόμησης και κατοίκησης, γεγονός μοναδικό για τη Μεσσηνία, όπου σε καμία άλλη θέση δεν έχει αποκαλυφθεί μέχρι τώρα μια τόσο βαθιά και πλούσια σε κεραμική και άλλα ευρήματα στρωματογραφία της Πρωτοελλαδικής ΙΙ περιόδου.

     Οι δεκάδες σπασμένων πήλινων αγγείων, κυρίως πρόχων μετρίου μεγέθους, που βρέθηκαν σε έναν από τους χώρους των κατοικιών φανερώνουν ότι επρόκειτο για αποθήκη ή κατάστημα ενός εμπόρου ή αγγειοπλάστη.
     Η πρωτοελλαδική οικοδόμηση στη θέση αυτή επεκτείνεται με βεβαιότητα προς τα δυτικά σε μη ανεσκαμμένη περιοχή, όπου σε μερικά σημεία είναι ήδη ορατοί μερικοί λίθοι, που ανήκουν στη συνέχεια των αποκαλυφθέντων τοίχων. Είναι επίσης σαφές ότι οι τοίχοι συνεχίζονται προς τα νότια και ανατολικά και αν μας είχε δοθεί η δυνατότητα επέκτασης της ανασκαφής θα είχαμε αποκομίσει σημαντικότατες πληροφορίες σχετικά με το ολοκληρωμένο οικοδομικό σχέδιο αυτού του τμήματος του προϊστορικού οικισμού.


    14 σκάμματα με αρχιτεκτονική της ΠΕ ΙΙ στο νότιο τμήμα της διαδρομής 16.

     Η ανασκαφή στα 14 ανασκαφικά τετράγωνα διήρκεσε, με μακροχρόνιες διακοπές εξαιτίας άλλων απαιτήσεων της εταιρείας ΤΕΜΕΣ, από 15.10.2007 έως 07.05.2010.
    Με απόφαση του ΥΠΠΟΤ, το 2011, αποφασίστηκε η κατάχωση και αυτού του τμήματος του ΠΕ ΙΙ οικισμού.
     Ο δρόμος που προαναφέρθηκε επεκτείνεται προφανώς ανατολικά έως τη νοτιοανατολική γωνία της περιφραγμένης έκτασης της Π.Ο.Τ.Α, όπου εντοπίστηκαν τουλάχιστον δύο κτίρια της ΠΕ ΙΙ εποχής. Σε ένα χώρο αυτών των κτιρίων, ο οποίος ερευνήθηκε ανασκαφικά, βρέθηκαν συγκεντρωμένα πολλά, πεσμένα, μεγάλα πιθάρια, αλλά και μερικά μικρά αγγεία, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι ένα μεγάλο τμήμα από τηγανόσχημο αγγείο του Mainland Type! 


    Αποθήκη της ΠΕ ΙΙ με μεγάλους πεσμένους πίθους
     Προφανώς ο χώρος αυτός ήταν αποθήκη, ίσως για ελαιόλαδο ή κρασί. Τα δύο κτίρια, τα οποία δεν έχουν ερευνηθεί ανασκαφικά, προφανώς συνεχίζονται ανατολικά στο διπλανό κτήμα.
     Σε μια έρευνα, που πραγματοποιήθηκε το 2011, διαπιστώθηκε το εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο ότι μερικοί πίθοι αυτού του χώρου της ΠΕ ΙΙ περιόδου περιείχαν μεγάλες ποσότητες απανθρακωμένων κουκουτσιών σταφυλιών. Είναι προφανές ότι πρόκειται για τον αποθηκευτικό χώρο τροφίμων και αγροτικών προϊόντων μιας από τις κατοικίες, που ανήκουν στον εξαιρετικά εκτεταμένο οικισμό της ΠΕ ΙΙ περιόδου, ο οποίος καταλαμβάνει μεγάλο μέρος των εγκαταστάσεων του γηπέδου γκολφ του ξενοδοχειακού συγκροτήματος της Costa Navarino.
     Στο νοτιότερο ορατό άκρο του πρωτοελλαδικού οικισμού παρατηρήθηκαν λείψανα τοίχων (πιθανότατα κτιρίου), που σχηματίζουν γωνία ή καμπύλη, ενώ κατά καιρούς έχουν συλλεγεί από αυτό το σημείο λεπίδες οψιδιανού και πρωτοελλαδικά όστρακα.
     Το δυτικότερο σημείο με ευρήματα της ΠΕ ΙΙ περιόδου εντοπίστηκε μετά από αφαίρεση ελαιόδεντρου, όπου η περιορισμένης έκτασης έρευνα φανέρωσε, αμέσως κάτω από τη σύγχρονη επιφάνεια, το τμήμα ενός ρηχού στρώματος ή λάκκου της ΠΕ ΙΙ εποχής.

     Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εύρεση ενός τεράστιου λάκκου της ΠΕ ΙΙ εποχής, που εντοπίστηκε στην ίδια περιοχή, πλησίον ενός αναλημματικού τοίχου (ανατολικά του green της διαδρομής γκολφ 15).
      Ο λάκκος, σχήματος ωοειδούς, με διαστάσεις 10×15 μ. και βάθος έως 1,2 μ. περιείχε πακτωμένες μέχρι επάνω χιλιάδες μικρές πέτρες, με δεκάδες χιλιάδες θραύσματα πήλινων αγγείων όλων των ειδών, μεταξύ άλλων και μερικών ολόκληρων, με εργαλεία από οψιδιανό, κομμάτια από κάρβουνο, πολλά οστά ζώων, και πάνω από εκατό κέρατα βοοειδών (ταύρων;).  Τα κέρατα βοοειδών, τα οποία βρέθηκαν σχεδόν αποκλειστικά μόνο σε αυτόν το λάκκο, και το γεγονός ότι μερικά αγγεία είχαν εξαρχής διάτρητη βάση και μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί για σπονδές, μας οδηγούν στη σκέψη ότι ο λάκκος ήταν συνδεδεμένος με τελετές, λατρείες ή εορτές των ανθρώπων του οικισμού.

    Τμήματα του μεγάλου λάκκου της ΠΕ ΙΙ (ανατολικά του green της διαδρομής γκολφ 15)
     Η ύπαρξη πληθώρας οικιστικών καταλοίπων της ΠΕ ΙΙ περιόδου στην ευρύτερη περιοχή του γηπέδου γκολφ είχε ως συνέπεια την αλλαγή των αρχικών σχεδιασμών για την ανέγερση διαφόρων ογκωδών κτιριακών συγκροτημάτων, ενώ κάποιες διαδρομές χρειάστηκε να μετατοπιστούν.
     Ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος των προϊστορικών εγκαταστάσεων βρίσκεται δίπλα ή κάτω από την επιφάνεια των διαδρομών του γηπέδου γκολφ. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την περιοχή της διαδρομής 16, όπου διαπιστώνεται ότι η κατοίκηση της -3ης χιλιετίας άρχιζε ήδη σε μια μεταβατική περίοδο από την ΠΕ Ι προς την ΠΕ ΙΙ εποχή, στον λεγόμενο ορίζοντα Ταλιότι, δηλαδή γύρω στα -2900.
     Αυτό μαρτυρούν τα ευρήματα ενός λάκκου στο ανατολικό τμήμα του οικισμού, ο οποίος περιείχε μεταξύ άλλων αρκετά ολόκληρα αγγεία της ΠΕ ΙΙ, καθώς και άφθονη πρώιμη κεραμική, η οποία πρέπει να αποδοθεί στην αναφερόμενη μεταβατική περίοδο από την ΠΕ Ι προς την ΠΕ ΙΙ ή ακόμη και στην ΠΕ Ι.
     Το γεγονός αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, δεδομένου ότι δεν έχει έως σήμερα εντοπιστεί σε καμία θέση της Μεσσηνίας κεραμική της ΠΕ Ι ή της μεταβατικής ΠΕ Ι-ΙΙ περιόδου.


    Μυκηναϊκός θολωτός τάφος


     Στη διαδρομή 16 του γηπέδου γκολφ εξερευνήθηκε ένας μυκηναϊκός θολωτός τάφος, που αποκαλύφθηκε περίπου 15 μ. ανατολικά του τρίτου σημείου εκκίνησης της διαδρομής 16.
     Πρόκειται για έναν πολύ πρώιμο θολωτό τάφο, με πολύ βραχύ στόμιο-διάδρομο και σφραγισμένη με αργούς λίθους είσοδο. Η χρήση του πρέπει να είχε αρχίσει –σύμφωνα με τα ευρήματα– στην ΥΕ Ι περίοδο, δηλαδή γύρω στα -1600.


    Ρωμανός: Θολωτός τάφος
     Το τοίχωμα του κυκλικού νεκρικού θαλάμου σώζεται ακόμα σε ύψος περίπου 1,20 μ., ενώ τα ανώτερα τμήματα της θόλου του τάφου είχαν καταρρεύσει και οι λίθοι της βρέθηκαν πεσμένοι στο εσωτερικό του. Αμέσως κάτω από το στρώμα με τους πεσμένους λίθους της θόλου, βρέθηκε το δάπεδο, πάνω στο οποίο είχαν εναποτεθεί τουλάχιστον έξι νεκροί.
    Δυστυχώς και αυτός ο θολωτός τάφος ήταν συλημένος από την αρχαιότητα.
     Η τάφρος, την οποία είχαν ανοίξει οι αρχαιοκάπηλοι, βρέθηκε στη δυτική πλευρά του τάφου.
    Παρά τη σύλησή του ο τάφος απέδωσε μερικά πολύ ενδιαφέροντα ευρήματα, ανάμεσα στα οποία ως πολυτιμότερα κτερίσματα μπορούν να θεωρηθούν μια σφαιρική χάλκινη πυξίδα με πώμα και μια χάλκινη τριχολαβίδα. Κεραμική βρέθηκε ελάχιστη και το πιο σημαντικό εύρημα αυτού του είδους είναι ένα κύπελλο Βαφειού.


    Ρωμανός: Θολωτός τάφος, -1600.

     Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει και το σκελετικό υλικό, που βρέθηκε μέσα στον τάφο. Ήδη κατά τη διάρκεια των ανασκαφών είχαμε διαπιστώσει την ύπαρξη δύο κρανίων αλόγου ανάμεσα στα οστά ζώων. Το ένα κρανίο μάλιστα βρέθηκε τοποθετημένο πάνω στην κοιλιακή χώρα του ενός των νεκρών. Οι καθηγήτριες ανθρωπολογίας Lynne Schepartz του Πανεπιστημίου της Φλόριντα και Sari Miller-Antonio του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, οι οποίες μελετούν ήδη το ανθρωπολογικό υλικό, αναγνώρισαν ανάμεσα στα οστά ζώων και τμήματα οστών από πρόβατο, κατσίκι και ίσως και ελάφι. Φαίνεται πως υπήρξαν προσφορές προς τιμήν των νεκρών ή τοποθετήθηκαν κτερίσματα σε μορφή τροφής.
     Η ανασκαφή του θολωτού τάφου ολοκληρώθηκε στις 12.05.2009. Για τον θολωτό τάφο προβλεπόταν η κατασκευή ενός μόνιμου στεγάστρου, το οποίο θα επέτρεπε στο μέλλον την πρόσβαση και την επίσκεψη του μνημείου.

     Με απόφαση του ΥΠΠΟΤ του 2011 και αυτό το μνημείο θα διατηρηθεί σε κατάχωση και δεν θα είναι πλέον ορατό.


    Η Εποχή του Σιδήρου:


     Σημαντικά υπήρξαν τα ευρήματα της Εποχής του Σιδήρου  (Πρωτογεωμετρικής και Γεωμετρικής Περιόδου), τα οποία εντοπίστηκαν κυρίως στην περιοχή των διαδρομών 13, 15 και 16 του γηπέδου γκολφ των εγκαταστάσεων του Costa Navarino, επιβεβαιώνοντας τη συνεχή και χωρίς διακοπή κατοίκηση του χώρου κατά την αρχαιότητα.
     Η εγγύτητα με τη θάλασσα, η εξασφάλιση ύδατος από τον ποταμό Σέλα και τους χειμάρρους που καταλήγουν σε αυτόν, το ήπιο κλίμα και η ευφορία των πεδινών εδαφών, ήταν από τους κυριότερους λόγους της ιδιαίτερης προτίμησης των ανθρώπων για την κατοίκηση της περιοχής αυτής.
     Τα ευρήματα της Εποχής του Σιδήρου, -11ος έως -8ος αι., από την περιοχή περιορίστηκαν κυρίως σε τάφους ή σε αποθέτες με πλήθος κεραμικής, ενώ ελάχιστα υπήρξαν τα λείψανα κατοικιών ή άλλων κτισμάτων.



    Ρωμανός: Ταφικός πίθος, Εποχή του Σιδήρου.

     Στη διαδρομή 13 του γηπέδου γκολφ, πολύ κοντά στη νότια περίφραξη της εγκατάστασης της Π.Ο.Τ.Α. Ρωμανού, ανακαλύφθηκε το έτος 2007 μια απομονωμένη ταφή σε πίθο της Πρωτογεωμετρικής Εποχής, -1060 έως -900. 
     Ο πίθος ήταν οριζοντίως τοποθετημένος και είχε μήκος 1,50 μ. και μέγιστη διάμετρο σώματος 0,85 μ. Το στόμιό του ήταν σφραγισμένο με μια λίθινη άγκυρα, που χρησιμοποιήθηκε για αυτόν το σκοπό σε δεύτερη χρήση. Στο εσωτερικό περιείχε τα σκελετικά λείψανα ενός νεκρού, που τον συνόδευαν πλούσια κτερίσματα σε καλή κατάσταση διατήρησης: δέκα πήλινα αγγεία με γραπτή διακόσμηση, τα περισσότερα ακέραια, ένα χάλκινο δακτυλίδι και δύο σιδερένιες περόνες.

    Ρωμανός: Πήλινα αγγεία-κτερίσματα
    της ταφής του ταφικού πίθου, Εποχή του Σιδήρου.
     Λίγα μέτρα ανατολικά του ταφικού πίθου βρέθηκαν τα οστά μιας άλλης ακτέριστης ταφής ενώ σε μεγάλη έκταση διαπιστώθηκαν στρώματα της Ελληνιστικής και Γεωμετρικής Εποχής. Τα στρώματα αυτά, στο λεγόμενο «Σημείο 1», ήταν σε μεγάλο βαθμό διαταραγμένα εξαιτίας σύγχρονων αγροτικών δραστηριοτήτων και κατά την εξερεύνησή τους συλλέχθηκε μεγάλος αριθμός χονδροειδούς κεραμικής και κεραμίδων, χωρίς όμως τον εντοπισμό αρχιτεκτονικών καταλοίπων.
     Σε όλο το πλάτωμα που διαμορφώνεται στην περιοχή της διαδρομής 16 του γηπέδου γκολφ παρατηρήθηκαν ίχνη κατοίκησης της Πρωτογεωμετρικής, -1060 έως -900, και της Γεωμετρικής Εποχής, -900 έως -700, χωρίς όμως να βρεθούν θεμέλια κτιρίων.
     Οι μαρτυρίες κατοίκησης περιορίστηκαν σε ταφές μέσα σε κιβωτιόσχημους τάφους ή σε λάκκους, σε αποθέτες με κατάλοιπα της εποχής από τον οικισμό και σε μια μεγάλη, ίσως οχυρωματική τάφρο, κατεύθυνσης από Α-Δ, που συνοδευόταν από ανάχωμα ή λίθινο περίβολο. Οι διαστάσεις της τάφρου υπολογίζονται σε μήκος 45 μ., πλάτος 5 μ. περίπου και βάθος 1 μ. περίπου.


     Σε απόσταση λίγων μέτρων βορείως του θολωτού Μυκηναϊκού τάφου, βρέθηκε ένας λάκκος-αποθέτης της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου. Ο λάκκος, που περιείχε πολλή στάχτη, απέδωσε πάρα πολλά όστρακα, μερικά ολόκληρα αγγεία και αρκετά οστά ζώων. Ανατολικά του αποθέτη εντοπίστηκαν δύο ταφές, η μία πάνω στην άλλη. Το σκελετικό υλικό των δύο ταφών ήταν αρκετά φθαρμένο και μερικώς καμένο. Σε μικρή απόσταση δυτικά του κρανίου της προγενέστερης ταφής βρέθηκε μία μεγάλη χύτρα μελανού χρώματος, που αποτελεί γνωστό τύπο αγγείου της Γεωμετρικής Εποχής. Το κρανίο μιας τρίτης ταφής και λίγα σκελετικά λείψανα παρατηρήθηκαν σε μικρή απόσταση ανατολικότερα. Στην ταφή αυτή θα πρέπει να ανήκε ο ακέραιος σκύφος Γεωμετρικής Εποχής, που βρέθηκε κοντά στο κρανίο.


    Ρωμανός: Ταφή σε κιβωτιόσχημο τάφο, Εποχή του Σιδήρου.
     Πλησίον των ταφών αυτών εντοπίστηκε και ανασκάφηκε και άλλος μεγάλος λάκκος-αποθέτης με ευρήματα της ίδιας περιόδου.
    Ένας επιμήκης λιθοσωρός από αργούς λίθους μετρίου μεγέθους (μήκος 8 μ. περίπου και μέγιστο πλάτος 3 μ.), με προσανατολισμό από Β-Ν, φανερώνει την ύπαρξη μιας αρχαίας εγκατάστασης, Γεωμετρικών χρόνων, σύμφωνα με τη συλλεγείσα χονδροειδή κεραμική. 

     Ο λιθοσωρός εντοπίστηκε στην περιοχή βορειοδυτικά της διαδρομής 16, αλλά δεν ερευνήθηκε στο εσωτερικό του. Θα μπορούσε όμως να περιέχει ταφές ή να είναι τμήμα ενός αναλημματικού τοίχου, που όριζε κάποια περιοχή. Είναι επίσης πιθανό το ανάλημμα να κατασκευάστηκε για να συγκρατήσει τις προσχώσεις ενός μικρού υδάτινου ρέματος, που κατέβαινε κάθετα προς αυτό, με κλίση από Α-Δ.
     Στο όριο των τετραγώνων Β15 με Β16 κατά την αφαίρεση μιας ελιάς ήλθε στο φως ένας σωρός από λίθους με πολλά όστρακα της Γεωμετρικής Εποχής. Κάτω από τον λιθοσωρό, αποκαλύφθηκε ένας κιβωτιόσχημος τάφος της Γεωμετρικής Εποχής με προσανατολισμό από Α-Δ. Ο νεκρός, τοποθετημένος σε συνεσταλμένη στάση, είχε το κεφάλι του στη Δύση. Σε ένα δάχτυλο του χεριού φορούσε ένα χάλκινο δαχτυλίδι και δίπλα στο κεφάλι του βρέθηκαν δύο μικρά, κλειστά αγγεία.
     Βορειότερα, η περιοχή την οποία έχομε ονομάσει «Σημείο 11» και δεν έχει ερευνηθεί ανασκαφικά, θα πρέπει επίσης να κατοικήθηκε κατά τους Γεωμετρικούς χρόνους, όπως τουλάχιστον μαρτυρούν τα επιφανειακά ευρήματα, όπου το παχύ στρώμα στάχτης και η πληθώρα οστράκων φανερώνουν την ύπαρξη πυράς ή βωμού.


    Δρ Jörg Rambach Αρχαιολόγος- Ξένη Αραπογιάννη Δρ Αρχαιολόγος

    Επίλογος:
     Εντύπωση προκαλεί το γεγονός της απόφασης για κατάχωση του σημαντικού Πρωτοελλαδικού οικισμού, του μεγαλύτερου της Μεσσηνίας, αλλά και άλλων σημείων της ανασκαφής στον Ρωμανό. Καταχώθηκαν αξιόλογα ευρήματα όπως το εργαστήριο χαλκού, μοναδικού για την Πελοπόννησο, ο Μυκηναϊκός Θολωτού τάφος αλλά και το οικιστικό συγκροτήμα των Ελληνιστικών χρόνων. Τα ξεχωριστά αυτά επιτεύγματα των προγόνων μας δεν θα τα δούμε ποτέ. Επίσης οι ανασκαφές ήταν περιορισμένες και σε πολλούς τομείς δεν δόθηκε άδεια για την επέκταση και συνέχισή τους.
     Θα περίμενε κανείς ένας τόσο σημαντικός αρχαιολογικός χώρος να ανασκαφεί πλήρως και να αναδειχθεί σε οργανωμένος και επισκέψιμος. Με την προσθήκη των αναγκαίων υποδομών όπως στέγαστρα, χώρους υποδοχής- ενημέρωσης του κοινού και στάθμευσης είναι σίγουρο ότι θα αποτελούσε ένα σημαντικό πόλο έλξης  επισκεπτών. Παράλληλα θα αποτελούσε ένα πολύτιμο κληροδότημα για τις επόμενες γενιές των Ελλήνων.  
    Αυτό που φαίνεται λογικό, αυτονόητο αλλά και αναγκαίο, δηλαδή η ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, δυστυχώς φαίνεται να μην έχει θέση στην σύγχρονη Ελλάδα.

    Πηγή: archaioligia.gr
    Ρωμανός Μεσσηνίας: Αρχαϊκός ναός και κατοίκηση Ελληνιστικών χρόνων
    Ο Ρωμανός είναι χωριό του Δήμου Πύλου Νέστορος και βρίσκεται 2 χιλιόμετρα βόρεια του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς. Η περιοχή διαθέτει απαράμιλλο φυσικό κάλλος και αποτελεί σημαντικό πόλο έλξης επισκεπτών.
     Κατά την διάρκεια κατασκευής μεγάλης ξενοδοχειακής μονάδας δυτικά του χωριού, βρέθηκε και ανασκάφηκε μερικώς ένας σπουδαίος αρχαιολογικός χώρος.
     Ήρθε στο φως εκτεταμένος Πρωτοελλαδικός οικισμός, -3200 έως -2200, που είναι ο μεγαλύτερος της Μεσσηνίας που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα. Στα ευρήματα του οικισμού συγκαταλέγονται αξιόλογα αγγεία της εποχής αλλά και εργαστήριο χαλκού, μοναδικού για ολόκληρη την Πελοπόννησο.
     Στην ίδια περιοχή ανασκάφτηκαν Μυκηναϊκός Θολωτός τάφος, -1600,  τάφοι και οικίες της εποχής του Σιδήρου, -1100 έως -800, πρώιμος Αρχαϊκός Ναός, επίσης μοναδικού για την Μεσσηνία αλλά και οικιστικές εγκαταστάσεις των Ελληνιστικών χρόνων.
    Τα ευρήματα αυτά καταδεικνύουν την αρχαιολογική σπουδαιότητα της περιοχής που κατοικήθηκε συνεχώς από τα βάθη των αιώνων.
    Δυστυχώς τα περισσότερα από τα σπουδαία αυτά ευρήματα καταχώθηκαν, στερώντας τις επόμενες γενιές από ένα σπουδαίο κληροδότημα.


    Ακολουθεί παρουσίαση των ευρημάτων των Αρχαϊκών και Ελληνιστικών χρόνων. Μπορείτε να δείτε τα πολύ σημαντικά ευρήματα της Πρωτοελλαδικής περιόδου, -4η χιλιετία, και εποχής Σιδήρου στον σύνδεσμο: Ρωμανός Μεσσηνία: Πρωτοελλαδικός οικισμός, Θολωτός τάφος και ευρήματα εποχής Σιδήρου

    Ναός Αρχαϊκών χρόνων.

     Τον Μάρτιο του 2008 βρέθηκε στο μέσον της προβλεπόμενης διαδρομής 15 του γηπέδου γκολφ, κάτω από μια ελιά, τμήμα πήλινου ανάγλυφου πλακιδίου της Αρχαϊκής Εποχής, γύρω στα -650, με παράσταση γυναικείας μορφής στον τύπο της Πότνιας Θηρών (θεάς προστάτιδας των ζώων).

    Αρχαίο ειδώλιο. Απεικονίζεται όρθια
     γυναικεία μορφή που κρατά στα χέρια της μικρό ζώο.

     Το εύρημα αυτό αποτέλεσε την πρώτη ένδειξη για τους αρχαιολόγους, ότι κάπου πλησίον θα πρέπει να υπήρχε ένα ιερό ήδη από την Αρχαϊκή Εποχή, -7ος έως -6ος αι.
     Ακολούθησε εξονυχιστική ανασκαφική έρευνα στη γύρω περιοχή, ώσπου τελικά αποκαλύφθηκε μια βραχώδης θέση από την οποία περνούσε ένα ρυάκι. Ανάμεσα στους βράχους υπήρχαν στάχτες και πολλά μικροσκοπικά πήλινα αγγεία, που ήταν γνωστά αφιερώματα σε αρχαία ιερά. Στον ευρύτερο χώρο βρέθηκαν διάσπαρτα πολλά πήλινα γυναικεία ειδώλια της Αρχαϊκής και Κλασικής Εποχής καθώς και μεγάλος αριθμός θραυσμάτων πλακιδίων του -650, που παριστάνουν μια όρθια γυναικεία μορφή η οποία κρατά στα χέρια της από ένα μικρό ζώο.
     Έτσι απεικονιζόταν στην αρχαιότητα η θεά Άρτεμις ή η Πότνια Θηρών. Φαίνεται λοιπόν πως στο σημείο αυτό υπήρχε ένα υπαίθριο ιερό όπου γινόταν λατρεία μιας θεότητας, προστάτιδας των άγριων ζώων και της φύσης.
     Με τη σκέψη ότι συνήθως ένα πρώιμο ιερό το διαδέχεται αργότερα ένας ναός, συνεχίστηκε η λεπτομερέστατη αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή του ιερού, η οποία δεν μας διέψευσε!
    Τελικά ο ναός ανακαλύφθηκε δυτικά του υπαίθριου ιερού, πολύ κοντά στον ποταμό Σέλα.


    Ρωμανός: Ο Αρχαϊκός ναός από ΝΑ.
     Πρόκειται για ένα μακρόστενο κτίριο, με προσανατολισμό από τα ανατολικά προς τα δυτικά, με την είσοδο στη Δύση. Το δυτικότερο τμήμα του ναού δεν σώζεται, προφανώς επειδή έχει παρασυρθεί από τα νερά του Σέλα ποταμού. Αργότερα, τα νερά χειμάρρου, που περνούσαν μετά την καταστροφή του ναού πάνω από τα ερείπια, προκάλεσαν, ήδη στην αρχαιότητα, τη μετατόπιση των οικοδομικών λειψάνων κυρίως της βόρειας πλευρά του μνημείου.
    Μετά την ανασκαφή του ναού διαπιστώθηκε ότι οι μέγιστες σωζόμενες διαστάσεις του είναι 16,5 μ. μήκος και 6,40 μ. πλάτος, ενώ το συνολικό μήκος του θα πρέπει να υπολογιστεί στα 17 μ. περίπου.
     Τα θεμέλια είναι κατασκευασμένα από σχεδόν ορθογώνιους λίθους από ψαμμιτικό πέτρωμα, ενώ η ανωδομή αποτελείτο από πλίθρες.


     Κατά μήκος του κεντρικού άξονα του κτιρίου υπήρχαν λίθινες βάσεις (τρεις σωζόμενες στη θέση τους), για τη στήριξη της στέγης με ξύλινους στύλους, ενώ το δάπεδο αποτελείτο μόνο από πατημένο φυσικό χώμα. Βάση λατρευτικού αγάλματος ή επιγραφές δεν βρέθηκαν στο εσωτερικό του.
     Η κάτοψη του ναού είναι χαρακτηριστική των πρώιμων αρχαϊκών ελληνικών ναών με το επίμηκες σχήμα και το σχετικά στενό πλάτος.
     Στο εσωτερικό του βρέθηκε αδιατάρακτο το στρώμα των πεσμένων κεραμίδων της στέγης, ενώ αρκετές βρέθηκαν περιμετρικά του κτιρίου. Η ύπαρξη στάχτης πάνω και κάτω από τα πεσμένα κεραμίδια φανερώνει ότι το κτίριο θα πρέπει να καταστράφηκε στην αρχαιότητα από πυρκαγιά.
    Τα ακροκέραμα της στέγης ήταν λακωνικού τύπου, ημικυκλικά, με πλούσια ανάγλυφη φυτική διακόσμηση, γεγονός που υποδηλώνει την προσεγμένη κατασκευή του κτιρίου.


    Ρωμανός, Αρχαϊκός Ναός: Το εσωτερικό του ναού με πεσμένες κεραμίδες και
    δεξιά 
    Ελληνιστικό ακροκέραμο του ναού.
     Κατά την ανασκαφή αποκαλύφθηκε εξωτερικά του κτιρίου, στο έδαφος, ολόκληρη η σειρά των ακροκεράμων κοντά στις αρχικές τους θέσεις και με τις σωστές αποστάσεις μεταξύ τους.
    Σύμφωνα με τα ανασκαφικά ευρήματα, ο ναός θα πρέπει να ήταν σε λειτουργία από τους αρχαϊκούς χρόνους, -7ος αι., έως την Ελληνιστική Εποχή, -3ος έως -2ος αι.
     Εξωτερικά του βόρειου τοίχου του ναού αποκαλύφθηκαν λείψανα θεμελίων και άλλων κτισμάτων, γεγονός που φανερώνει ότι στο περιβάλλον του υπήρχαν και άλλα βοηθητικά οικοδομήματα, που εξυπηρετούσαν τη λειτουργία του ή και τους πιστούς που επισκέπτονταν το ναό.

     Ο ναός από Δ.

     Τα οικοδομήματα αυτά δεν έχουν ανασκαφεί και παραμένουν ακόμη θαμμένα κάτω από το έδαφος. Επίσης δεν έχει ακόμη εντοπιστεί ο βωμός του ναού, όπου θα πρέπει να γίνονταν θυσίες και τελετές προς τιμήν της λατρευόμενης θεότητας.
    Είναι λοιπόν φανερό ότι η ανασκαφική έρευνα στο περιβάλλον του ναού δεν έχει εξαντληθεί, ενώ παραμένουν πολλά ερωτηματικά αναπάντητα.
     Η αποκάλυψη του ναού αυτού είναι εξαιρετικά σημαντική, επειδή πρόκειται για ένα νέο μνημείο της Μεσσηνίας, το οποίο δεν αναφέρεται ούτε σε αρχαίες πηγές ούτε από τους περιηγητές, ενώ δεν υπήρχε καμία ορατή ένδειξή του στο έδαφος.




     Το σημαντικότερο όμως είναι ότι πρόκειται για τον μοναδικό ναό της πρώιμης Αρχαϊκής Εποχής -7ος αι., που αποκαλύπτεται για πρώτη φορά στην περιοχή της Πυλίας, αλλά και σε ολόκληρη τη Μεσσηνία.
     Η ιστορική σημασία του είναι ακόμη μεγαλύτερη αν συνδυαστεί και με τα γεγονότα της εποχής εκείνης, κατά την οποία ταλάνιζαν τη Μεσσηνία οι καταστροφικοί Μεσσηνιακοί πόλεμοι και ουσιαστικά η περιοχή βρισκόταν υπό την κυριαρχία των Λακεδαιμονίων.

    Αγροικία Ελληνιστικής εποχής


     Το κτίριο εντοπίστηκε περίπου 300 μ. βορείως του ποταμού Σέλα, στο ανατολικό άκρο της έκτασης της Π.Ο.Τ.Α. Ρωμανού.
    Η ανασκαφή διενεργήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 10.5.2008 έως 31.7.2010, κατά διαστήματα.
     Το κτιριακό συγκρότημα παρουσιάζει τετράγωνη κάτοψη, διαστάσεων 16×15 μ. Τα θεμέλια των τοίχων είναι κατασκευασμένα από αργούς λίθους, μερικοί από τους οποίους είναι πραγματικά ογκώδεις, χωρίς σημεία ιδιαίτερης επεξεργασίας. Τα δάπεδα, από πατημένο χώμα, καλύπτονταν στο μεγαλύτερο μέρος τους από παχύ στρώμα στάχτης με πλήθος πεσμένων κεραμίδων της στέγης, που δημιούργησαν ένα εκτεταμένο στρώμα καταστροφής. Το γεγονός αυτό φανερώνει ότι το κτίριο θα πρέπει να καταστράφηκε από πυρκαγιά και να εγκαταλείφθηκε.
     Τα ανασκαφικά στοιχεία καθώς και η αρχιτεκτονική μορφή του οικοδομήματος μαρτυρούν ότι πρόκειται για αγροικία της Ελληνιστικής Εποχής, -300 έως -200 περίπου.


    Ρωμανός:  Άποψη της αγροικίας από δυτικά.

     Άποψη της ορθογώνιας εστίας.


    Οι εσωτερικοί χώροι στο σύνολό τους αναπτύσσονται γύρω από μια κεντρική τετράγωνη αυλή (διαστάσεων 6×6 μ.), προς την οποία υπάρχει πρόσβαση από την είσοδο, που βρίσκεται στο μέσον της βόρειας πλευράς του συγκροτήματος.
     Η δυτική πτέρυγα του οικοδομήματος πρέπει να ήταν διώροφη, όπως μαρτυρούν τα αποκαλυφθέντα, ιδιαιτέρως πλατιά, λίθινα θεμέλια και προφανώς αποτελούσε την κύρια κατοικία. Στα νότιά της, σε στεγασμένο χώρο, υπήρχε μια μεγάλη ορθογώνια εστία (διαστάσεων 1,30×1,30 μ.), κτισμένη με πλίνθους και αδρό κονίαμα.
    Οι υπόλοιποι χώροι της αγροικίας χρησίμευαν πιθανόν ως βοηθητικοί χώροι (αποθήκες, εργαστήρια, χώροι παρασκευής εμπορευμάτων κ.λπ.), για την εξυπηρέτηση των αγροτικών αναγκών των κατοίκων.
    Τα ευρήματα στο εσωτερικό του κτιρίου υπήρξαν πενιχρά. Από την κεραμική ξεχώρισαν κάποια όστρακα της λεγόμενης Κεραμικής της Δυτικής Κλιτύος, ενώ συλλέχθηκαν λίγα χάλκινα νομίσματα και χάλκινα ή σιδερένια εργαλεία και καρφιά.





     Άποψη της αγροικίας από νοτιοανατολικά.
    Εξωτερικά της βόρειας πλευράς του κτιρίου, σε όλο το μήκος του βόρειου τοίχου, αποκαλύφθηκε ένα ελαφρώς υπερυψωμένο επίπεδο, πλάτους περίπου 5 μ., το οποίο οριζόταν στο βόρειο άκρο του από τοιχάριο αποτελούμενο από μια σειρά αργών λίθων.
    Στο επίπεδο αυτό, που είχε διευθετηθεί μπροστά στην είσοδο της αγροικίας, βρέθηκε αρκετή ποσότητα κεραμικής, ενώ στα βόρειά του εντοπίστηκε αρκετή κεραμική ελληνιστικών χρόνων, που πιθανόν είχε απορριφθεί κατά τη διάρκεια κάποιου καθαρισμού από το εσωτερικό της αγροικίας.
    Ένας τεράστιος και βαθύς αποθέτης, ο οποίος εντοπίστηκε έξω από τη ΒΔ γωνία του κτιρίου, ήταν γεμάτος κυρίως με κεραμίδες, αλλά περιείχε και κεραμική της Ελληνιστικής εποχής και μερικούς ακατέργαστους λίθους. Προφανώς ο αποθέτης περιείχε υλικά από επισκευή που έγινε στην αγροικία σε κάποια περίοδο της λειτουργίας της
    .

     Το πλάτωμα μπροστά από τη βόρεια πλευρά του ελληνιστικού κτιρίου αφαιρέθηκε προκειμένου να ανεγερθεί το «Κτίριο Ενέργειας» της ξενοδοχειακής επιχείρησης, που υψώνεται σήμερα σχεδόν σε επαφή με τα λείψανα της ελληνιστικής αγροικίας, η οποία δεν είναι πλέον ορατή, εφόσον αποφασίστηκε η διατήρησή της σε κατάχωση.
     Το κτιριακό αυτό συγκρότημα είναι το μοναδικό στη Μεσσηνία το οποίο παρέχει σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα μιας αγροικίας ελληνιστικών χρόνων. Η εξαιρετικά καλή κατάσταση διατήρησης της αγροικίας διασώζει πολύτιμα στοιχεία για την αγροτική ζωή του τόπου και των κατοίκων του κατά την Ελληνιστική περίοδο.

    Δρ Jörg Rambach Αρχαιολόγος, Ξένη Αραπογιάννη Δρ Αρχαιολόγος


    Επίλογος:
    Εντύπωση προκαλεί το γεγονός της απόφασης για κατάχωση του σημαντικού Πρωτοελλαδικού οικισμού, του μεγαλύτερου της Μεσσηνίας, αλλά και άλλων σημείων της ανασκαφής στον Ρωμανό. Καταχώθηκαν αξιόλογα ευρήματα όπως το εργαστήριο χαλκού, μοναδικού για την Πελοπόννησο, ο Μυκηναϊκός Θολωτού τάφος αλλά και το οικιστικό συγκροτήμα των Ελληνιστικών χρόνων. Τα ξεχωριστά αυτά επιτεύγματα των προγόνων μας δεν θα τα δούμε ποτέ. Επίσης οι ανασκαφές ήταν περιορισμένες και σε πολλούς τομείς δεν δόθηκε άδεια για την επέκταση και συνέχισή τους.
    Θα περίμενε κανείς ένας τόσο σημαντικός αρχαιολογικός χώρος να ανασκαφεί πλήρως και να αναδειχθεί σε οργανωμένος και επισκέψιμος. Με την προσθήκη των αναγκαίων υποδομών όπως στέγαστρα, χώρους υποδοχής- ενημέρωσης του κοινού και στάθμευσης είναι σίγουρο ότι θα αποτελούσε ένα σημαντικό πόλο έλξης επισκεπτών. Παράλληλα θα αποτελούσε ένα πολύτιμο κληροδότημα για τις επόμενες γενιές των Ελλήνων.
    Αυτό που φαίνεται λογικό, αυτονόητο αλλά και αναγκαίο, δηλαδή η ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, δυστυχώς φαίνεται να μην έχει θέση στην σύγχρονη Ελλάδα.

    Δεν υπάρχουν σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου