Website counter free counters

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Για Πρώτη φορα από την Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας (πρώην Λένιν) η ναυμαχία του Ναυαρίνου


ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας (πρώην Λένιν)

25 Οκτωβρίου 2007


Στις 23 Οκτωβρίου 2007 στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας υπό την αιγίδα του Κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού και με την ευκαιρία της επετείου των 180 ετών από τη Nαυμαχία του Ναβαρίνου, πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια της έκθεσης «Το Ναυαρίνο στα αρχεία της Κρατικής Βιβλιοθήκης της Ρωσίας», καθώς και επιστημονική ημερίδα με θέμα «Ναυαρίνο: 180 χρόνια από τη Ναυμαχία».

Στην τελετή έναρξης της εκδήλωσης χαιρετισμό απηύθυνε η Α.Ε. ο Πρέσβυς της Ελλάδος στη Μόσχα κ. Ηλίας Κλής, ο Αναπληρωτής Δ/ντής Διεθνών και Εξωτερικών Οικονομικών Σχέσεων της Κυβέρνησης της Μόσχας κ. Π.Σ. Κούπρικωβ, ο Γενικός Δ/ντής της Κρατικής Βιβλιοθήκης της Ρωσίας κ. Β.Β. Φιόντορωβ και η Διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού κα Θεοδώρα Γιαννίτση. Με την ευκαιρία της έκθεσης το Κ.Ε.Π., σε μια προσπάθεια να κληροδοτηθεί στις επόμενες γενιές το αρχειακό υλικό και τα σπάνια βιβλία που εκτίθενται στην έκθεση, κυκλοφόρησε κατάλογο, στον οποίο καταγράφονται τα βιβλία και το περιεχόμενό τους.

Στα πλαίσια της έκθεσης, επίσης, εκτίθενται δημιουργίες Ελλήνων και Φιλελλήνων, εμπνευσμένες από την ελληνική θεματική, γλυπτά του Ρώσου γλύπτη κ. Βίκτωρα Ντούντνικ καθώς και δημιουργίες από πορσελάνη του κ. Μπορίς Μπάμπιτς-Μαρινάκη και της κας Μαρίας Πομπεγκάιλο-Καπετανίδη.

Η Δρ. Γιαννίτση άνοιξε την εκδήλωση με τα ακόλουθα:

Η ναυμαχία του Ναβαρίνου στα αρχεία της Κρατικής Βιβλιοθήκης της Ρωσίας

 

Στις 24 Ιουνίου/6 Ιουλίου του 1827, σ' ένα διπλωματικό παιχνίδι για τον έλεγχο του περάσματος για την Ανατολή, οι τρεις μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, υπογράφουν στο Λονδίνο την τριμερή Ιουλιανή σύμβαση του Λονδίνου ("Τριπλή Συμμαχία"). Η σύμβαση αυτή επαναλαμβάνει βασικά τους όρους του Πρωτοκόλλου της Πετρούπολης μεταξύ Ρωσίας και Αγγλίας (23 Μαρτίου/4 Απριλίου 1826), σύμφωνα με το οποίο οι δύο Δυνάμεις συμφωνούσαν να επέμβουν μεσολαβητικά για τη δημιουργία ενιαίου Ελληνικού Κράτους, υποτελούς στο Σουλτάνο. Το πρωτόκολλο αυτό ουσιαστικά σήμαινε απομάκρυνση από τις αρχές της Ιερής Συμμαχίας και αποτελεί το πρώτο διπλωματικό κείμενο (διμερή συμφωνία) που μνημονεύει το όνομα «Ελλάδα» και αναγνωρίζει πολιτική ύπαρξη στους Έλληνες. Η Γαλλία προς στιγμή διστάζει να προσχωρήσει στο Πρωτόκολλο της Πετρούπολης γιατί διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με τον Μωχάμετ Άλυ της Αιγύπτου, αλλά, ύστερα από την επίμονη άρνηση της Πύλης να δεχτεί ειρηνική λύση του Ελληνικού Ζητήματος, προσχωρεί και αυτή στην τριμερή Ιουλιανή σύμβαση του Λονδίνου. Η σύμβαση αυτή επαναλαμβάνει βασικά τους όρους του Πρωτοκόλλου της Πετρούπολης, περιέχει όμως και ρήτρα καταναγκασμού ή τουλάχιστον εκφοβισμού. Μοίρες ναυτικές των τριών Δυνάμεων θα αναλάμβαναν να επιβάλουν τη διακοπή των εχθροπραξιών. Παράλληλα θα προχωρούσαν στη σύναψη εμπορικών σχέσεων με τους Έλληνες και στο διορισμό προξένων. Η άρνηση της Πύλης να υποταχθεί στη θέληση της Τριπλής Συμμαχίας είχε σαν αποτέλεσμα τη ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Η ναυμαχία έλαβε χώρα στις 8/20 Οκτωβρίου 1827 στον κόλπο του Ναυαρίνου (Νότιο-Δυτική ακτή της Πελοποννήσου) και σε αυτή συγκρούστηκαν ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος και ο συμμαχικός –άγγλο-γάλλο-ρωσικός–  στόλος.  Προηγουμένως οι συμμαχικές μοίρες είχαν σταλεί στην περιοχή για να επιβάλουν εκεχειρία, πράγμα που η τουρκική πλευρά δεν αποδέχονταν. Οι αρχηγοί των συμμαχικών μοιρών, ναύαρχος Εδουάρδος Κόδριγκτον, αρχηγός της αγγλικής μοίρας που είχε και το γενικό πρόσταγμα, αντιναύαρχος Ερρίκος Δεριγνύ, αρχηγός της γαλλικής μοίρας και αντιναύαρχος Λογγίνος Χέϋδεν, αρχηγός της ρωσικής μοίρας, αποφάσισαν όπως εισχωρήσει ο στόλος στον κόλπο του Ναυαρίνου, όπου βρισκόταν ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος υπό την αρχηγία του Ιμπραήμ πασά. Ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος αποτελούνταν από 89 σκάφη με 2.240 πυροβόλα, ο δε συμμαχικός δεν διέθετε πάνω από 27 πλοία – 12 αγγλικά, 8 ρωσικά και 7 γαλλικά – με 1.324 πυροβόλα.    

Ένα «τυχαίο γεγονός», όπως το χαρακτηρίζουν αρκετοί ιστορικοί της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, διαδραμάτισε το ρόλο του «μοιραίου γεγονότος». Σε κάποια στιγμή ένα εχθρικό πυρπολικό φθάνει πολύ κοντά στο πολεμικό πλοίο «Ντάρτμουθ» και ο κυβερνήτης του Φελλόους στέλνει μια λέμβο με λίγους άνδρες και επικεφαλής τον Υποπλοίαρχο Φιτσρόϋ για να αναγκάσει το εχθρικό πυρπολικό να απομακρυνθεί. Εκείνοι, όμως, αφού προσπάθησαν να πείσουν τους Άγγλους να μην πλησιάσουν, πυροβολούν, σκοτώνουν τον υποπλοίαρχο και μερικούς ακόμη άνδρες και ανάβουν το πυρπολικό. Το «Ντάρτμουθ» ανταποδίδει το πυρ. Η γαλλική ναυαρχίδα «Σειρήν» χτυπιέται από την αιγυπτιακή φρεγάτα «Εσμίνα». Αμέσως ο Γάλλος αντιναύαρχος Δεριγνύ διατάζει σφοδρό κανονιοβολισμό κατά της εχθρικής φρεγάτας και σε ελάχιστα λεπτά το πυρ γενικεύεται. Ο Άγγλος ναύαρχος Κόδριγκτον στέλνει τον Έλληνα πλοηγό Πέτρο Μικέλη με λίγους άνδρες στον Αιγύπτιο διοικητή Μουχαρέμπεη και του διαμηνύει ότι σκοπός των συμμάχων δεν είναι να κτυπήσουν τους Τουρκοαιγυπτίους, αλλά να τους αναγκάσουν να φύγουν από το Ναυαρίνο και να επιστρέψουν στις βάσεις τους, στα Δαρδανέλλια και στην Αλεξάνδρεια. Οι Αιγύπτιοι σκοτώνουν τον Έλληνα απεσταλμένο του Κόδριγκτον και σε λίγα λεπτά η γαλλική ναυαρχίδα «Ασία» βυθίζει την αιγυπτιακή ναυαρχίδα. Από αυτή τη στιγμή η μάχη γενικεύεται και ξεφεύγει από κάθε σχεδιασμό και έλεγχο. Λίγο αργότερα πλησιάζει ο ρωσικό στόλος με επικεφαλής τη ναυαρχίδα «Αζόφ», οπότε το ηθικό των συμμάχων αναπτερώνεται και ο κανονιοβολισμός γίνεται ακόμη πιο έντονος και πεισματώδης.

Γύρω στις 18.00 της 8/20 Οκτωβρίου 1827 τα πάντα είχαν τελειώσει. Η ναυμαχία είχε κρατήσει τέσσερις ώρες και το αποτέλεσμά της έδειξε την υπεροχή των ευρωπαϊκών στόλων. Από τα 89 πλοία του τουρκοαιγυπτιακού στόλου τα 60 είχαν εντελώς καταστραφεί και βυθισθεί, ενώ τα υπόλοιπα είχαν ριχτεί στα αβαθή του κόλπου με σημαντικές ζημιές, ενώ οι ανθρώπινες απώλειες ανήλθαν σε 6.000 νεκρούς περίπου και 4.000 τραυματίες. Οι σύμμαχοι δεν έχασαν κανένα πλοίο, ενώ σε ανθρώπινες απώλειες είχαν 174 νεκρούς και 475 τραυματίες.

Η χαρμόσυνη είδηση της καταναυμαχήσεως του τουρκοαιγυπτιακού στόλου πανηγυρίσθηκε με μεγάλο ενθουσιασμό από τους Έλληνες που έβλεπαν πλέον κοντά την ημέρα της ελευθερίας τους.  

 

Θεοδώρα Γιαννίτση,

διδάκτωρ ιστορικών επιστημών

 

 

Μετά τα εγκαίνια της έκθεσης πραγματοποιήθηκε προβολή του ντοκιμαντέρ μικρού μήκους του σκηνοθέτη Χριστόφορου Β. Τριανταφίλλωβ «Ναυαρίνο» και ακολούθησε, με τη συμμετοχή της Ένωσης Ευγενών Ρωσίας, η επιστημονική ημερίδα «Ναυαρίνο: 180 χρόνια από τη Ναυμαχία» με τις ακόλουθες ομιλίες:

 


 

              Πριν από 180 χρόνια, στις 8/20 Οκτωβρίου 1827, στα ελληνικά παράλια έλαβε χώρα μία φημισμένη ναυμαχία, η ναυμαχία του Ναυαρίνου, η οποία απετέλεσε όχι μόνο μία από τις σημαντικότερες ναυμαχίες της εποχής των ιστιοφόρων, αλλά και καθοριστική σελίδα στην ιστορία διεθνών σχέσεων της δεκαετίας του ’20 του 19ου αι., στην οποία δεσπόζουσα θέση κατείχε το Ελληνικό Ζήτημα.

            Το Μάρτιο του 1821 στην Ελλάδα ξέσπασε εξέγερση ενάντια στον οθωμανικό ζυγό, που δέσποζε επί 400 χρόνια. Αρχικά τα αντιδραστικά καθεστώτα της Ευρώπης αντιμετώπισαν την προοπτική ανεξαρτησίας της Ελλάδος, που γεννιόταν μέσα στη φλόγα πολέμου, με απροκάλυπτη εχθρότητα. Η ευρύτερη, ωστόσο, κοινή γνώμη της Ευρώπης και της Αμερικής στήριξε την Ελληνική Επανάσταση. Σε πολλές χώρες αναπτύχθηκε έντονο φιλελληνικό κίνημα. Φιλέλληνες υπήρξαν ο Μπάυρον, ο Γκαίτε, ο Πούσκιν, ο Ουγκώ και πολλές άλλες εξέχουσες προσωπικότητες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η πίεση που άσκουσε η κοινή γνώμη, καθώς και η συνειδητοποίηση του αναπότρεπτου ως προς τις αλλαγές στη διεθνή σκηνή, που γέννησε ο αγώνας των Ελλήνων, οδήγησαν τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής να επιδιώκουν τη διπλωματική πλέον ρύθμιση του Ελληνικού Ζητήματος. Στις 6 Ιουλίου του 1827 οι εκπρόσωποι της Ρωσίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας υπέγραψαν στο Λονδίνο Σύμβαση που προέβλεπε  τη διακοπή των εχθροπραξιών στην Ελλάδα και τη δημιουργία ενιαίου ελληνικού κράτους, υποτελούς στο Σουλτάνο. Κατόπιν επιμονής της Ρωσίας, η οποία είχε έρθει επανειλημμένα σε αντιπαράθεση και σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και η οποία τηρούσε και την πιο αποφασιστική στάση, στη Σύμβαση του Λονδίνου ενσωματώθηκε μυστικό άρθρο που προέβλεπε ότι, σε περίπτωση που ένα εκ των μερών δε συμμορφωθεί στους όρους ανακωχής και συμφιλίωσης (όπως προέβλεπε η Σύμβαση), τότε «οι Μεγάλες Δυνάμεις θα εφαρμόσουν από κοινού μέτρα για την εκπλήρωση της Σύμβασης».[1]

            Αποτέλεσμα της ρήτρας αυτής υπήρξε η εμφάνιση στα ελληνική παράλια στις αρχές Οκτωβρίου 1827 της συμμαχικής άγγλο-ρώσο-γαλλικής ναυτικής μοίρας. Κατόπιν επιμονής του Ρώσου επιτετραμμένου στο Λονδίνο Χ.Α. Λήβεν, στις από κοινού οδηγίες προς τους τρεις συμμαχικούς ναυάρχους περιλήφθηκε το εξής σημαντικό εδάφιο: «Σε περίπτωση άρνησης εκ μέρους της Πύλης της διαμεσολάβησης και της εκεχειρίας σε διάστημα μηνός, οι μοίρες των τριών συμμαχικών Δυνάμεων θα πρέπει να πλησιάσουν τις ακτές της Ελλάδος και από κοινού να αναχαιτίσουν οποιαδήποτε βοήθεια, μέσω θαλάσσης, εκ μέρους τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων, αποφεύγοντας, παράλληλα, συμμετοχή σε πολεμικές συρράξεις».[2] Ωστόσο η λήψη οποιωνδήποτε καταναγκαστικών μέτρων απέναντι στις τουρκικές δυνάμεις, στο έδαφος της Ελλάδος, χωρίς την προσφυγή σε πολεμική σύρραξη, απεδείχθη αδύνατη.

            Η είδηση για τη Σύμβαση του Λονδίνου έγινε δεκτή στην Ελλάδα σε μια κρίσιμη για το λαό της στιγμή. Το 1824 ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ κατάφερε να προσελκύσει με το μέρος του, στις ένοπλες αντιπαραθέσεις του, τον υποτελή του πασά της Αιγύπτου Μωχάμεντ Αλή, ο οποίος διέθετε καλά εξοπλισμένο και εκπαιδευμένο, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, στρατό. Μετά από επίμονη ηρωική πάλη, στα χέρια του κατακτητή έπεσαν το Μεσολόγγι και η Ακρόπολη – σημαντικές βάσεις του ένοπλου αγώνα των εξεγερθέντων. Αναζωογονημένοι από αυτές τις στρατιωτικές επιτυχίες, η Υψηλή Πύλη απέρριψε την Ιουλιανή Σύμβαση του Λονδίνου.

            Το φθινόπωρο του 1827 ο επικεφαλής του τουρκοαιγυπτιακού στόλου Ιμπραήμ πασάς προέβη στην προετοιμασία νέων πολεμικών συρράξεων, ώστε να καταπνίξει και τις τελευταίες εστίες αντίστασης των Ελλήνων στην ενδοχώρα και τις νήσους. Με αυτό το στόχο, στο Ναυαρίνο συγκεντρώθηκαν μεγάλες θαλάσσιες και χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις. Ο στρατός του Ιμπραήμ συνέχιζε ασύστολα να ξεκληρίζει το Μοριά, ενώ ο ίδιος ο Ιμπραήμ εξακολουθούσε να αγνοεί το τελεσίγραφο που του έστειλαν οι αρχηγοί των τριών συμμαχικών στόλων. Τότε οι τρεις σύμμαχοι αποφάσισαν να οδηγήσουν τις μοίρες τους στον κόλπο του Ναυαρίνου, ώστε με την παρουσία τους να ακινητοποιήσουν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο και να εμποδίσουν τις εχθροπραξίες κατά των Ελλήνων. Αγκυροβολημένος στον κόλπο του Ναυαρίνου, άρτια προετοιμασμένος, ο στόλος του Σουλτάνου αποτελούσε μεγάλη στρατιωτική απειλή. Αποτελούνταν από τρεις ναυαρχίδες, είκοσι φρεγάτες και πάνω από σαράντα γαλέτες, βρίκια και μεταγωγικά, ενώ διέθετε πάνω από 2.000 πυροβόλα. Πέραν αυτού, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος ήταν αγκυροβολημένος μέσα στον κόλπο σε σχήμα πετάλου, τα δύο άκρα του οποίου στηρίζονταν στα δύο πυροβολεία που βρίσκονταν το ένα στο φρούριο του Ναυαρίνου και το άλλο στο νότιο άκρο της νήσου Σφακτηρίας. Ο αγγλικός στόλος αποτελούνταν από τρεις ναυαρχίδες, τέσσερις φρεγάτες, μία γαλέτα και τρία βρίκια με 472 πυροβόλα. Αρχηγός του αγγλικού στόλου ήταν ο έμπειρος και αποφασιστικός θαλασσόλυκος και συμμαχητής του Νέλσωνα ναύαρχος Εδουάρδος Κόδριγκτων. Επικεφαλής της γαλλικής μοίρας, που αποτελείτο από τρεις ναυαρχίδες, δύο φρεγάτες, δύο γαλέτες με 362 πυροβόλα, ήταν ο αντιναύαρχος Ερρίκος Δεριγνύ.

            Ο ρωσικός στόλος αποτελούνταν από τέσσερις ναυαρχίδες [«Αζόφ», «Ιεζεκιήλ», «Αλέξανδρος Νέβσκι» με 74 κανόνια έκαστη και «Γκανγκούτ» με 84 κανόνια] και τέσσερις φρεγάτες: «Κωνσταντίνος», «Προβόρνι» (= επιδέξιος), «Κάστωρ», «Έλενα». Η ρωσική μοίρα διέθετε 466 πυροβόλα και 3764 άνδρες. Επικεφαλής της ρωσικής μοίρας η ναυαρχίδα «Αζόφ», όπου επέβαινε ο αντιναύαρχος Λογγίνος Χέϋδεν και η οποία κυβερνείτο από τον διακεκριμένο Ρώσο θαλασσοπόρο και επιστήμονα Μ.Π. Λάζαρεβ. Συνολικά η συμμαχική μοίρα αριθμούσε 26 πλοία: 10 ναυαρχίες, 10 φρεγάτες, 6 γαλέτες και βρίκια με 1300 πυροβόλα. Ο αρχηγός της αγγλικής μοίρας ναύαρχος Εδουάρδος Κόδριγκτον, ως ανώτερος ιεραρχικά, υπήρξε ο αρχηγός του συμμαχικού στόλου.

            Η συμμαχική μοίρα ήταν αισθητά υποδεέστερη του τουρκοαιγυπτιακού στόλου ως προς τον αριθμό των κανονιών και των πλοίων, αλλά υπερίσχυε ως προς τη στρατιωτική εξάσκηση και την πειθαρχία. Η Αγγλία, η Ρωσία και η Γαλλία αποτελούσαν μεγάλες ναυτικές δυνάμεις, οι σημαίες των οποίων είχαν στεφανωθεί με νίκη σε πολλές ναυμαχίες.

            Στους κόλπους των συμμαχικών ναυτών παρατηρούνταν έντονες φιλελληνικές διαθέσεις. Αυτό αφορούσε, κατά κύριο λόγο, τους Ρώσους ναυτικούς, δεδομένου ότι το ρωσικό και ελληνικό λαό συνέδεαν, κατά τη διάρκεια αιώνων, ισχυροί δεσμοί φιλίας. Κάτι τέτοιο πιστοποιούν και οι σημειώσεις του ανθυπολογαχού Αλεξάντρ Ρικατσέβ, που έλαβε μέρος στην εποποιία του Ναυαρίνου. Πριν τον απόπλου του ρωσικού στόλου από την Κρονστάνδη, όταν δεν ήταν ακόμη γνωστός ο προορισμός του, ο Ρικατσέβ έγραφε στο ημερολόγιό του: «Δεδομένου ότι ο καθένας επιθυμεί να βοηθά τους Έλληνες, καθίσταται κατανοητό το ότι περισσότερο απ΄ όλα ονειρευόμαστε τη Μεσόγειο. Κάτι τέτοιο θα ήταν η κορύφωση της ευτυχίας και όλη η νεολαία μας από την εποχή της εκστρατείας του Σενιάβιν, διαρκώς ονειρεύεται αυτή την καταπληκτική εκστρατεία».[3]

            Στις 13.00 το μεσημέρι της 8ης/20ης Οκτωβρίου 1827 ο συμμαχικός στόλος, παραταγμένος σε δύο στήλες, - εκ δεξιών η αγγλική και η γαλλική μοίρα, εξ αριστερών η ρωσική – άρχισε να εισχωρεί στον κόλπο του Ναυαρίνου, για να αγκυροβολήσει απέναντι από τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο. Η εντολή του Κόδριγκτον,  που εδόθη αμέσως πριν την είσοδο των συμμάχων στον κόλπο, είχε ως εξής: «Κανένα κανόνι του συμμαχικού στόλου δε θα πρέπει να πυροβολήσει αν δεν δοθεί προηγουμένως σήμα, και κάτι τέτοιο μόνο σε περίπτωση που ανάψει πυρ από τον τουρκικό στόλο».[4] Και πράγματι, ένα τουρκικό μεταγωγικό άνοιξε πυρ εναντίον μιας λέμβου, στην οποία επέβαινε Άγγλος υποπλοίαρχος, απεσταλμένος του Άγγλου κυβερνήτη του πολεμικού «Ντάρτμουθ». Ο Άγγλος υποπλοίαρχος Φιτσρόυ και μερικοί ακόμη άνδρες της λέμβου πυροβολήθηκαν, με αποτέλεσμα τα αγγλικά και γαλλικά πλοία να ανταποδώσουν το πυρ. Οι μεμονωμένες τουφεκιές εξελίχθηκαν σε κανονιοβολισμούς και η μάχη γενικεύθηκε.

            Η σύγκρουση διεξήχθη σε μικρές αποστάσεις και ξεχώρισε για το σκληρό και καταστροφικό χαρακτήρα της. Γύρω στα 100 πολεμικά πλοία με μερικές χιλιάδες πλήρωμα μάχονταν σε έναν ιδιαίτερα στενό, ουσιαστικά κλειστό, κόλπο. Σύμφωνα με την περιγραφή του συγχρόνου των γεγονότων αξιωματικού Βλαντίμιρ Μπρονέβσκι, «η μάχη, που διεξήχθη σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο και σε ένα κλίμα, σχεδόν απελπισίας, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική, παρά η πιο αιματηρή, ολέθρια και αποφασιστική. Οι δύο στόλοι, που μάχονταν σχεδόν σώμα με σώμα, μοιάζανε με δύο λυσσασμένου μονομάχους, που αναζητούσαν όχι ζωή και νίκη, παρά θάνατο ολέθριο, αλλά ένδοξο. Ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί δεν μπορούσαν πλέον να ξεφύγουν από την απόλυτη τελική καταστροφή: η παραμικρή αποτυχία στην κίνηση ή στον πυροβολισμό θα συνοδεύονταν από βέβαιο θάνατο».[5]

            Τα πυρά που εκτόξευαν τα ρωσικά πολεμικά πλοία ήταν εύστοχα και ισχυρά. Ιδιαίτερα εύστοχα και αποτελεσματικά λειτούργησαν οι πυροβολητές της ναυαρχίδας «Αζόφ». Μαχόμενοι, ταυτόχρονα, με πέντε εχθρικά πλοία, βούλιαξαν δύο μεγάλες φρεγάτες και γαλέτες, επέφεραν σοβαρές ζημιές σε εχθρική ναυαρχίδα με 80 κανόνια,, που έπεσε στα αβαθή και εξερράγη. Επίσης, μεγάλες ζημιές υπέστη, ενώ την κάηκε, η δικάταρτη φρεγάτα, στην οποία επέβαινε ο αρχηγός της τουρκικής μοίρας Ταχήρ.

Όλοι οι Ρώσοι ναυτικοί, από το ναύαρχο μέχρι το ναύτη, επέδειξαν στη μάχη γενναιότητα, πίστη στο υπηρεσιακό καθήκον, πολεμική μαεστρία. «Δε βρίσκω επαρκείς εκφράσεις  - έγγραφε ο Λογγίνος Χέϋδεν στην αναφορά της 12ης/24ης Οκτωβρίου 1827 προς τον Αυτοκράτορα Νικόλαο τον Α΄- για να περιγράψω στη Μεγαλειότητά σας την ανδρεία, την ευψυχία και το ζήλο των καπετάνιων, των αξιωματικών και των χαμηλότερων ιεραρχικά, που τους χαρακτήρισε κατά τη διάρκεια της αιματηρής αυτής μάχης. Μάχονταν ως λέοντες εναντίον ενός πολυάριθμου, ισχυρού και πείσμονα εχθρού».[6] Μεταξύ αυτών που ξεχώρισαν στη μάχη ήταν ο ανθυπολοχαγός Πάβελ Ναχίμωβ, ο αρχικελευστής Βλαντίμιρ Κορνίλωβ και ο δόκιμος Βλαντίμιρ Ιστόμιν. Για αυτούς τους ένδοξους Ρώσους ναυάρχους, ήρωες της άμυνας της Σεβαστούπολης (1854-1855), η μάχη του Ναυαρίνου απετέλεσε το βάπτισμα του πυρός.

Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, που διήρκησε τέσσερις ώρες περίπου, η ρωσική μοίρα εξολόθρευσε τη δεξιά πτέρυγα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Με την ίδια επιτυχία μάχονταν εναντίον της αριστερής πτέρυγας του εχθρού η αγγλική και γαλλική μοίρα.

Τα πληρώματα του συμμαχικού στόλου λειτούργησαν στη μάχη σε πνεύμα αλληλεγγύης και ομοψυχίας και την κρίσιμη στιγμή παρείχαν ο ένας στον άλλο τη βοήθεια που χρειάζονταν. Παραδείγματα τέτοιας ομοψυχίας αναφέρει ο Λογγίνος Χέϋδεν στην αναφορά του στο Νικόλαο τον Α΄ της 13ης/25ης Νοεμβρίου 1827. Ο Λα-Μπρετονιέρ, κυβερνήτης του γαλλικού πλοίου «Μπρεσλάβλ», βλέποντας ότι η ναυαρχίδα «Αζόφ» βάλλεται από έντονα πυρά, αμέσως έκοψε το παλαμάρι του πλοίο του και κατέλαβε θέση μεταξύ του «Αζόφ» και του αγγλικού πλοίου «Αλβιών», δεχόμενος, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέρος των πυρών πάνω του. Από την πλευρά του το «Αζόφ», αν και ήταν περικυκλωμένο από εχθρικά πλοία, κατηύθυνε τα πυρά 14 πυροβόλων του εναντίον αιγυπτιακού πολεμικού πλοίου 80 κανονιών, από το οποίο βάλλονταν η αγγλική ναυαρχίδα «Ασία», με αποτέλεσμα σε σύντομο χρονικό διάστημα το εχθρικό πλοίο να ανατιναχθεί στον αέρα.[7] «Κανένας στόλος στον κόσμο – διατυπώνει στην αναφορά του μετά το πέρας της ναυμαχίας ο Κόδριγκτον – δεν επέδειξε σε τέτοιο βαθμό τέτοια απόλυτη ομοψυχία, τέτοια πλήρη ομοφωνία, με τις οποίες ήταν διαποτισμένες οι μοίρες των τριών συμμαχικών δυνάμεων σε μία τόσο αιματηρή μάχη».[8]

Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου έληξε με σχεδόν ολοκληρωτικό αφανισμό του στόλου του Σουλτάνου. Μερικά από τα καράβια τους, που απώλεσαν τη μαχητική τους ικανότητα, ήδη οι Τούρκοι τα ανατίναξαν την επόμενη ημέρα. Το αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήταν από την απειλητική  αρμάδα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου που αριθμούσε πάνω από 60 πλοία, άθικτη παρέμεινε μια φρεγάτα και δεκαπέντε πλοιάρια. Οι ανθρώπινες απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων ανήλθαν σε 6 χιλ. νεκρούς και 4 χιλ. τραυματίες.

Οι απώλειες των συμμάχων ανέρχονταν σε 750 άτομα νεκρούς και τραυματίες [Άγγλοι – 74 νεκροί, 206 τραυματίες, Γάλλοι – 46 νεκροί, 128 τραυματίες, Ρώσοι – 59 νεκροί, 139 τραυματίες].[9]

Ο συμμαχικές στόλος δεν έχασε ούτε ένα πλοίο, αλλά αρκετά πλοία, ιδίως οι ναυαρχίδες, είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές. Από τα ρωσικά πολεμικά, ιδιαίτερες ζημιές υπέστη η ναυαρχίδα «Αζόφ», η οποία μετά τη μάχη αριθμούσε 153 οπές, εκ των οποίων επτά υποβρύχιες. Τα δε κατάρτια της είχαν χτυπηθεί τόσο πολύ, ώστε με δυσκολία το πλήρωμά της κατόρθωσε να ανεβάσει τα ιστία της.

Ο αντίκτυπος από την κανονιοβροντή στον κόλπο του Ναυαρίνου σύντομα διαδόθηκε σε Ελλάδα και σε ολόκληρη της Ευρώπη. Η είδηση για τη νίκη στο Ναυαρίνο ενέπνευσε κύμα χαράς και ανακούφισης σε Έλληνες και Φιλέλληνες. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη αναγνώρισε στο Ναυαρίνο το θρίαμβο του φιλελληνισμού.

Οι αντιδράσεις των κυβερνήσεων των συμμάχων ήταν ποικίλες. Στην Αγία Πετρούπολη εξ΄ολοκληρου επικρότησαν τις ενέργειες του Χέυδεν ως συμβαδίζουσες με τη Σύμβαση του Λονδίνου και ανταποκρινόμενες στην εφαρμογή αυτής. Στο Λονδίνο θεωρήθηκε ότι ο Κόδριγκτον παραβίασε τις εντολές που είχε. Ο Άγγλος μονάρχης στο λόγο του της 29ης Ιανουαρίου 1828 χαρακτήρισε το Ναυαρίνο «ατυχές συμβάν» και εξέφρασε τη λύπη του για τη σύρραξη του βρετανικού στόλου με «τη ναυτική δύναμη του παλαιού συμμάχου».[10] Μετά από μερικούς μήνες ο Εδουάρδος Κόδριγκτον απομακρύνθηκε από το αξίωμά του.

Για την Υψηλή Πύλη και τη στρατιωτική ηγεσία της, το Ναυαρίνο απετέλεσε αναπάντεχο και δυνατό πλήγμα. Ο Ιμπραήμ, που υπολόγιζε σε καταστροφή του συμμαχικού στόλου στον κόλπο του Ναυαρίνου, εκφράστηκε με λύπη μετά τη Ναυμαχία ως εξής: «Ποιός μπορούσε να ξέρει ότι τα πλοία τους είναι σιδερένια, το δε πλήρωμά τους πραγματικοί διάβολοι».[11]  

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου απετέλεσε αξιοσημείωτο στρατιωτικό-πολιτικό γεγονός, που διαδραμάτισε θετικό ρόλο στην επιτυχή έκβαση του Αγώνα των Ελλήνων για Ανεξαρτησία. Κυριολεκτικά έσωσε τους Έλληνες από την απειλή του αφανισμού και τους επέτρεψε να επανακτήσουν τις δυνάμεις τους, για τους δε εχθρούς τους υπήρχε σημαντική στρατιωτική και πολιτική ήττα. Στη βιβλιογραφία, ιδίως στη δυτικοευρωπαϊκή, υπάρχουν απόλυτες εκτιμήσεις για τη σημασία της ναυμαχίας του Ναυαρίνου. Ο Άγγλος ιστορικός Richard Clogg, στην εισαγωγή της ενδιαφέρουσα μονογραφίας του για τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, γράφει ότι «η συντριβή του αιγυπτιακού στόλου στο Ναυαρίνο τον Οκτώβριο του 1827 από την ηνωμένο άγγλο-ρώσο-γαλλικό στόλο σε τελική ανάλυση εξασφάλισε την επιτυχία του ελληνικού ζητήματος».[12] Αναγνωρίζοντας τη γενναιότητα των πληρωμάτων της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας, που πολέμησαν στο Ναυαρίνο, και τις επιτηδευμένες και αποφασιστικές ενέργειες των συμμαχικών ναυάρχων, εκτιμώ την ως άνω κρίση ως υπερβολή. Στην πραγματικότητα, ούτε από στρατιωτικής ούτε από πολιτικής άποψης, η ναυμαχία του Ναυαρίνου δε διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην έκβαση του ελληνικού πολέμου για ανεξαρτησία. Από στρατιωτικής άποψης η ναυμαχία αναμφίβολα βελτίωσε τη θέση των Ελλήνων, αλλά και μετά από αυτή το μεγαλύτερο τμήμα της Ελλάδος εξακολουθούσε να παραμένει στα χέρια των τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων. Μόλις το φθινόπωρο του 1828, μετά την απόβαση γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στο Μοριά, τα στρατεύματα των κατακτητών εγκατέλειψαν τη χερσόνησο της Πελοποννήσου. Η απόβαση, ωστόσο, του σώματος του Μαιζόν πραγματοποιήθηκε μετά την έναρξη του ρώσο-τουρκικού πολέμου των ετών 1828-1829 και υπήρξε άμεσο αποτέλεσμα αυτού. Αξιοσημείωτο, εξάλλου, είναι να λαμβάνεται υπόψη ότι μετά το Ναυαρίνο και μέχρι την έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου η Πύλη διέθετε αρκετές στρατιωτικές δυνάμεις ώστε να προβεί σε νέες προσπάθειες πλήρους κατάπνιξης της εξέγερσης των Ελλήνων. Και μετά το Ναυαρίνο η Πύλη αρνείτο να αναγνωρίσει στους Έλληνες οποιαδήποτε μορφή αυτονομίας. Ο Σουλτάνος ο Μαχμούτ ο Β΄ εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει τους Έλληνες αγωνιστές ως «εξεγερθέντες ραγιάδες». Το μοναδικό, στο οποίο συμφωνούσε ο Σουλτάνος, ήταν να παράσχει αμνηστία και άλλες «μεγαλοψυχίες», σε περίπτωση που οι Έλληνες καταθέσουν τα όπλα και ομολογήσουν την ενοχή τους.[13] Υπενθυμίζουμε ότι μέχρι τότε, τη δεκαετία του ΄20 του 19ου αι., η Πύλη υποχρεούτο, κατόπιν ήττας της σε πολέμους, να παραχωρεί στις Δυνάμεις κατεχόμενες από αυτή εκτάσεις, ουδέποτε, ωστόσο, μέχρι τότε είχε συμφωνήσει να αναγνωρίσει διεθνώς την αυτονομία ή ανεξαρτησία υπόδουλού της λαού. Τα μάθημα του Ναυαρίνου δε στάθηκε επαρκές για να σπάσει αυτό το ιδιάζον ψυχολογικό κατεστημένο, αυτό το εμπόδιο. Από τις Δυνάμεις που υπέγραψαν τη Σύμβαση του Λονδίνου απαιτούνταν νέες, ακόμη πιο αποφασιστικές ενέργειες. Η Αγγλία, ωστόσο, και η Γαλλία απέφευγαν τέτοιου είδους ενέργειες. Μόνο η Ρωσία εξακολουθούσε να καταλαμβάνει αποφασιστική στάση.

Τον Απρίλιο του 1828 ξεκίνησε νέος ρώσο-τουρκικός πόλεμος. Αν και το Ελληνικό Ζήτημα παρέμενε σημαντικό, αλλά δεν απετέλεσε το μοναδικό λόγο ξεσπάσματος του πολέμου, η νίκη της Ρωσίας στον πόλεμο επέφερε τι διπλωματική του διευθέτηση. Σύμφωνα με τη Συνθήκη Ειρήνης της Ανδριανούπολης της 2ης/14ης Σεπτεμβρίου 1829, η Πύλη υποχρεούνταν να αναγνωρίσει την αυτονομία της Ελλάδος, σε δε μισό χρόνο την ίδια την ανεξαρτησία της. «Με τον τρόπο αυτό - σύμφωνα με τον επιφανή Έλληνα ιστορικό Α. Βακαλόπουλο, - ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, που δημιούργησε τέτοια ανησυχία στην πολιτική ατμόσφαιρα της Ευρώπης, έλυσε, σαν το σπαθί το γόρδιο δεσμό,  τις ατελείωτες διαπραγματεύσεις και υποκίνησε της απελευθέρωση της Ελλάδας».[14] Αυτή η διατύπωση δε μειώνει την ιστορική σημασία της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, στην οποία ανήκει σημαίνων ρόλος στην υπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Ωστόσο, παρά το σημαντικό ρόλο της εξωτερικής βοήθειας, η απελευθέρωση αυτή υπήρξε πριν απ’  όλα έργο των ίδιων των Ελλήνων.  

 

 

                                                            Γκριγκόρι Λ. Αρς,

Διδάκτωρ Ιστορικών Επιστημών, Ινστιτούτο Σλαυικών Σπουδών Ακαδημίας Επιστημών Ρωσικής Ομοσπονδίας 

 


Соколовская О.В. (Институт славяноведения РАН)

 

Участие моряков в первой международной

миротворческой операции на Крите в 1897–1898  гг.

В традициях русского флота, восстановленного при императоре Александре III, было сохранение  исторической памяти лучших страниц своей истории и дружба с единоверными народами.

     Один из выдающихся русских флотоводцев контр-адмирал С.О.Макаров рекомендовал на кораблях, часто посещавших порты Греции читать лекции из истории морских сражений периода войны за независимость. «Эпоха эта – считал С.О. Макаров , - особенно богата подвигами отдельных лиц, и изучение ее не может не повлиять на увеличение весьма желательного взаимного уважения двух флотов – русского и греческого».

Большое внимание к морякам и истории флота уделяла греческая королева Ольга, дочь великого князя Константина Николаевича, долгие годы руководившего морским ведомством. Она выделяла немалые средства на  сохранение морских памятников в Греции, в том числе на братскую могилу героев Наварина. Известно, что в 1894 и затем в 1899 гг. Ольга провожала своей любимый крейсер «Память Азова»  в Россию и напутствовала посетить бухту Наварин. Контр-адмирал Бирилев так описывал посещение памятника: «Певчие и команда были свезены на берег и на братской могиле героев Наварина была отслужена панихида. Тепло молились азовцы на могиле своих праотцев».

Русские моряки всегда оказывали посильную помощь грекам в самые трудные минуты его истории. Так и в конце XIX в. русская морская пехота (в то время -  нештатные десантные отряды из личного состава военных кораблей) приняла активное участие в первой миротворческой операции великих европейских держав на острове Крит, где в результате жестокой политики турецких властей вспыхнуло очередное восстание греческого населения.

     Султан Абдул-Гамид фактически объявил православным критянам «священную войну». Мусульманам помогали турецкие войска,  в большом количестве находившиеся на острове. Их жестокость имела огромный резонанс во всем мире и заставило великие державы осенью 1896 г. принять решение о вмешательстве.

    В начале января 1897 г.  в критские воды  прибыли  военно-морские силы Великобритании, Франции, России, Италии, а также Германии и Австро–Венгрии, которые могли высадить на Крите внушительный морской десант в 2,5 тысячи человек. Соединенными морскими силами и их операциями командовал, как старший по чину, начальник итальянской эскадры вице–адмирал граф Н. Каневаро, возглавивший также вновь созданный «совет адмиралов». Входил в совет и русский контр-адмирал  П.П.Андреев, возглавивший русскую эскадру, состоящую из лучших балтийских броненосцев «Император Николай I»,  «Император Александр II», «Наварин», «Сисой Великий», а также канонерских лодок «Грозящий», «Запорожец»,  «Черноморец» и др.

    Россия была крайне недовольна вновь вставшим критским вопросом, хотя во время Великого критского восстания 1866-1969 гг. оказывала всяческую помощь повстанцам. Для нее Крит был  форпостом православия на Ближнем Востоке, а также имел военно-стратегическое значение: бухта Суда представляла собой удобную морскую  стоянку для средиземноморской эскадры, а также для кораблей, идущих на Дальний Восток, где шла борьба за сферы влияния между великими державами. Россия беспокоилась за будущее черноморских проливов, которые в случае обострения ближневосточного кризиса могли попасть в руки Англии. Поэтому она активно включилась в дело «умиротворения Крита».

     События на Крите развивались по самому неблагоприятному сценарию. Командир эскадренного броненосца «Император Николай I» капитан 1-го ранга Д.Г.фон Фелькерзам, прибывший со специальным заданием по спасению христиан Крита, так описывал происходящее: «После ничем не вызванного нападения кандиотов на турецкие селения бухты Суда  и уничтожения их в г. Канея начались беспорядки  и турки выжгли несколько греческих деревень вблизи города, а в самом городе началась анархия… пожары, грабежи  и паника, которые поддерживались обеими сторонами и не могли быть остановлены ни турецкими властями, ни  усилиями консулов. Убитых христиан в городе по источникам 18, по другим - 40 человек. Турецких солдат убито около 40»[15]. Три четверти христианских кварталов Канеи и много турецких домов были сожжены и разграблены. По оценке русских моряков больше пострадали турки, у которых сожгли лавки и склады масла. Команды военных судов пытались тушить пожары, а также  перевозили на свои суда спасавшихся критян. При этом командиры и консулы не знали, что дальше делать с такой массой народа, скопившейся на   набережной, (наполовину - женщины и дети). По предложению фон Фелькерзама, признанного всеми представителями держав наиболее разумным, началась перевозка беженцев на ближайший греческий о. Милос. Обращалось внимание на то, чтобы греческие семьи не были разделены. Русские моряки немедленно стали доставлять их  шлюпками  на броненосец  «Император Николай I» и канонерскую лодку «Запорожец». Всего на броненосец было переправлено более тысячи человек, в том числе 440 женщин и 302 ребенка, а на «Запорожец» - еще 500 человек. Примеру русских последовали и другие державы. За 24 и 25 января 1897 г. на  иностранных  судах было увезено с Крита около 5 тыс. человек. Для защиты российского генерального императорского консульства было прислано  20 вооруженных матросов с канонерская лодка «Грозящий», а в Ретимно, где располагалось вице–консульство, была послана  канонерская лодка «Запорожец» «для устрашения мусульман и спасения  и отправки христиан в Пирей»[16].

     В это же время вожди повстанцев на полуострове Акротири сформировали отряд из 650 человек и подняли греческий флаг; в ответ турки  расстреляли мирную демонстрацию христиан в Канее. После этого под давлением премьер‑министра, Т. Делиянниса крайнего националиста  даже «осторожный и благоразумный» греческий король Георг I, воспользовавшись необходимостью эвакуации беженцев с Крита, решился на военно-морскую операцию на Крите.  Он направил в Канею флотилию миноносцев под командованием принца Георга (второго сына короля Георга I и королевы эллинов Ольги, получившего морское образование в Дании). Греческие суда забрали последних критских беженцев. Однако гуманитарной акцией греческое правительство не ограничилось: вскоре греческий транспорт высадил целый отряд в 1, 5 тыс. человек во главе с подполковником адъютантом греческого короля Т. Вассосом при восьми (по другим источникам – при тринадцати) орудиях.  Единственным требованием афинского кабинета было не вступать в конфликт с десантом великих держав [17].

     Когда же Вассос с отрядом попытался взять Канею, совет адмиралов  решил открыть огонь с судов великих держав по повстанческому лагерю в Акротири, который и так уже атаковали турки[18].  Эта бомбардировка сильно подорвала доверие критян к европейцам и ситуация требовала серьезных решений. Видный российский дипломат Ф.Ф. Мартенс  писал в докладной записке министру иностранных дел России 13 марта 1897 г.: «Взоры всего цивилизованного мира обращены в настоящее время на остров Крит… От скорейшего умиротворения этого острова ожидают европейские народы сохранения мира и предупреждения страшной катастрофы – распадения Оттоманской империи»[19].

     В феврале в Константинополе конференция послов великих держав-покровительниц выработала план умиротворения острова путем высадки морского десанта и блокады Крита.

 2 марта 1897 г. Великобритания, Франция, Россия, Австрия и Италия предъявили совместную ноту Греции и Турции. Они  сообщали Георгу I, что не допустят присоединения Крита к Греции и требовали отозвания с острова греческого отряда и военных судов. Султану сообщалось, что державы, действуя в интересах мира и сохранения целостности Османской империи, не допустят присоединения острова к Греции и потребуют от Греции вывести все войска и флот с Крита. В то же время они предложили султану дать заверения державам, что он предоставит Криту автономию. Эскадры приступили к блокаде Канейского залива, перекрыв канал доставки оружия на остров из Греции, а затем высадили смешанный морской десант в 500 человек, сформированный из судовых команд (по 100 человек от каждой). Десант должен был защитить Канею, Ретимно и Кандию,  если их атакуют инсургенты и греческие войска. На бастионах Канеи были подняты флаги великих держав, а адмиралы заявили, что любое действие со стороны греков или турок против этих городов будет встречено десантами и флотами держав[20]. Вскоре, в связи с нуждами объявленной блокады, морской десант был заменен сухопутными войсками. Первые батальоны стали прибывать и высаживаться в различных пунктах побережья Крита в начале марта 1897 г.*

 6 марта 1897 г. совет адмиралов провозгласил на острове автономный режим и приняли на себя управление Критом. В тот же день турецкий губернатор опубликовал указ о признании султаном автономного статуса острова.

      На рейде в русском секторе в Ретимно находились поочередно броненосец «Наварин» и  «Император Николай I». В марте на рейде в  Ретимно греческих судов не было, но в городе царил хаос. Русский вице-консул сообщал Фелькерзаму, что «голодные турки, не получающие мяса уже 20 дней, собираются грабить греческие лавки» и для защиты их просил помощи русского десанта. Капитан броненосца договорился с губернатором о выделении  помещения для 300 человек десанта и 8 офицеров. Вскоре опасность погромов миновала. Но вводимое постепенно под контролем адмиралов временное управление островом  вызывало все большее беспокойство и недовольство турецкого населения «властью неверных». Вскоре появилось сообщение, что турки не довольны и собираются вырезать десант[21].  В связи с этим на Крит начали перебрасываться воинские части, Ретимно стало центром русского сектора…

     Несмотря на то, что весной 1897 г. была выработана формула сохранения стабильности международного положения на Ближнем Востоке, между Грецией и Турцией вспыхнула война, угрожавшая полностью нарушить status quo. Король Георг I объявил себя солидарным со своим народом, а командующим греческой армией был легкомысленно назначен кронпринц Константин, авторитет которого был в результате полного провала кампании подорван на долгие годы. Греческая королева Ольга умоляла своего племянника императора Николая II «ускорить посредничество держав для прекращения безумного кровопролития».

     После месяца военных действий (апрель–май 1897 г.) проигранная Грецией война, закончилась благодаря прежде всего активной дипломатической помощи России. 23 мая 1897 г. греческие войска во главе с Вассосом покинули остров, что способствовало умиротворению острова; блокада была ослаблена,  но Греция была отстранена от решения критской проблемы и это привело к еще большей зависимости критской политики от воли великих держав.

Российские суда постоянно находились в боевой готовности в бухте Суда, занимаясь десантными учениями и стрельбой. К осени 1898 г. для большего спокойствия пришло подкрепление в русскую эскадру: крейсер 1 ранга «Герцог Эдинбургский»; минный крейсер «Посадник», миноносец № 119;  канонерские лодки «Донец», миноносец № 120, а затем и другие.  Русский сухопутный отряд был доведен до 2456 человек в Ретимно и 310 — в Канее. (Для сравнения: Великобритания имела только в своем секторе в Кандии 4465 человек). Положение на Крите постепенно привело адмиралов и европейские правительства к убеждению, что для успеха дела умиротворения острова необходим вывод с острова турецких сил — этого главного дестабилизирующего фактора и 19 ноября эта сложная политическая и военная операция была успешно завершена, что поставило точку в более чем двухсотлетнем господстве турок на острове[22].

Решающим оказался голос России в выборе  христианского генерал-губернатора – верховного комиссара великих держав принца Георга Греческого, в свое время спасшего жизнь наследнику российского престола Николаю во время их плавания на Дальний Восток в 1891 г. После этого назначения разделение Крита с Грецией стало носить формальный характер.

     В декабре международная эскадра доставила на остров принца Георга Греческого, что было равносильно освобождению острова от турок и передаче его грекам. Прибытие верховного комиссара сопровождалось снятием блокады Крита и передачей советом адмиралов власти принцу Георгу. Но еще не раз русским морякам приходилось участвовать в различных гуманитарных и военных операциях по сохранению спокойствия на Крите, который в конце концов получил выстраданное присоединение к матери-родине Греции.


Nαυμαχία του Ναυαρίνου:

Η συνεισφορά Ρωσικού Στόλου και η  ίδρυση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού

                                                                                 Οκτώβριος 2007.

 

   Το Ναβαρίνο, η σημερινή Πύλος στα νότια της Πελοποννήσου, δεν έμεινε στην ιστορική μνήμη  μόνον από τη ναυμαχία της 20ης Οκτωβρίου 1827, που ήταν η δεύτερη. Το Ναβαρίνο είναι γνωστό από την  πρώτη ναυμαχία, που έγινε το 425 π.Χ. όταν οι Αθηναίοι πολέμησαν τους Σπαρτιάτες. Η δεύτερη όμως ναυμαχία (1827) δεν σημειώθηκε απλώς ως η τελευταία μεγάλη ναυμαχία της ιστορίας μεταξύ ιστιοφόρων πλοίων και ως η μεγαλύτερη ναυμαχία ‘της μίας πλευράς’ (one-side battle), αλλά ήταν ίσως και η μεγαλύτερη ναυμαχία που έγινε στη νεότερη Ελλάδα. Εάν δε, δεν ήταν νικηφόρα για τους Στόλους των συμμαχικών δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, ίσως δεν θα υπήρχε σήμερα Ελλάδα ως κράτος.

    Το έτος 1827 είναι η χρονιά που η Ελληνική Επανάσταση που άρχισε το 1821 βρίσκεται σε πολύ δύσκολη καμπή. Πριν ένα χρόνο είχε πέσει το  Μεσολόγγι. Τον Ιούνιο του 1827 έπεσε η Ακρόπολη των Αθηνών. Ολόκληρη η Ηπειρωτική Ελλάδα βρισκόταν στα χέρια του εχθρού. Η Πελοπόννησος βρισκόταν κάτω από τη συνεχή πίεση ενός επί πλέον κατακτητή του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου. Στις Ελληνικές θάλασσες κυριαρχούσαν οι πειρατές. Η αναρχία και οι διχόνοιες συγκλόνιζαν τους αντιπροσώπους του Έθνους στο Ναύπλιο[23].

   Στις 4 Απριλίου 1826 έχει υπογραφεί το πρωτόκολλο της Ρωσο-Αγγλικής συμφωνίας της Πετρούπολης για την δημιουργία Ελληνικού Κράτους και είναι η πρώτη φορά που γίνεται επίσημα μνεία για Ελληνικό Κράτος. Η Οθωμανική Πύλη όμως κωφεύει στις ειρηνευτικές αυτές προσπάθειες. Στο μεταξύ, η Γαλλία, που μέχρι τότε έπαιζε δευτερεύοντα ρόλο στο αγγλορωσικό παιχνίδι, παρ’ όλη τη φιλοτουρκική πολιτική της, κατέβαλλε μεγάλες διπλωματικές προσπάθειες για να κερδίσει ισότιμη θέση στο σχέδιο για την επίλυση του ελληνικού ζητήματος και να αυξήσει την επιρροή της στην ανατολική Μεσόγειο.

    Στη πραγματικότητα όμως η Οθωμανική Πύλη γνωρίζοντας, ότι οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν επιθυμούσαν την επιτυχία της Ελληνικής Επαναστάσεως και την αποκατάσταση της Ελλάδος σε εντελώς ανεξάρτητο κράτος, αντιδρούσαν στις πιο πάνω κινήσεις εκ του ασφαλούς. Ο ισχυρισμός της Ελένης Κούκου ότι «…Στόχος του ειρηνευτικού αυτού διακανονισμού ήταν η επαναφορά και αποκατάσταση του status quo ante bellum - του προ του πολέμου status quo (=καθεστώτος) - του οποίου μέρος αποτελούσε και η ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας…»[24] μας βρίσκει απολύτως σύμφωνους.

    Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης είχαν η κάθε μία τους δικούς τους λόγους για την αντίθεση στη επιτυχία της Επανάστασης στην Ελλάδα. Όλες μαζί όμως, είχαν λόγους στρατηγικούς σ’ αυτή τους την αντίθεση: «…Την προστασία των μεγάλων δρόμων που οδηγούσαν στην Ασία και, επιπλέον, την παρεμπόδιση της καθόδου των Ρώσων στη Μεσόγειο. Το τελευταίο ενδεχόμενο ανησυχούσε ιδιαιτέρως την Αγγλία και τη Γαλλία που έβλεπαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως τη μόνη ικανή δύναμη περιορισμού της ρωσικής επιρροής και, φυσικά, κάθε ανάλογης απόπειρας εξόδου της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες της Μεσογείου…»[25].

     Η επίσημη ανάμειξη των ξένων, των Μεγάλων Δυνάμεων της περιόδου, για πρώτη φορά στην Ελληνική υπόθεση ήταν ακριβώς στη περίοδο αμέσως πριν από τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Οι πρέσβεις των τριών Δυνάμεων , ο Ριμποπιέρ της Ρωσίας, ο Γκιγιεμινό της Γαλλίας και ο Κάνιγκ της Αγγλίας – προσπαθώντας  να πείσουν το Σουλτάνο να δεχθεί την κατάπαυση των εχθροπραξιών, απείλησαν ότι θα αποχωρούσαν οι πρέσβεις από την Κωνσταντινούπολη. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι όλες αυτές οι διαπραγματεύσεις γίνονταν «εν αγνοία της Ελλάδας»[26].

   Τελικά, η Αγγλία και η Γαλλία πείσθηκαν επιτέλους ότι έπρεπε να σπεύσουν να επιλύσουν με ειρηνικό τρόπο το ελληνικό ζήτημα και να κηρύξουν τον πόλεμο οι Ρώσοι εναντίον της Τουρκίας. Οι τρεις "προστάτιδες" δυνάμεις υπέγραψαν στο Λονδίνο τη συνθήκη της 6ης Ιουλίου 1827, την επονομαζόμενη ‘Συνθήκη Ειρηνεύσεως της Ελλάδος’, με την οποία ιδρυόταν ελληνικό κράτος, φόρου υποτελές στον στο Σουλτάνο[27]. Το πιο σημαντικό όμως μέρος της συνθήκης ήταν το μυστικό "συμπληρωματικό" άρθρο, το οποίο καθόριζε τα μέσα εξαναγκασμού κυρίως της Τουρκίας, για τη συμμόρφωσή της με τους όρους της συνθήκης. «…Αν σε ένα μήνα οι εμπόλεμες χώρες - Ελλάδα, Τουρκία - δεν συμμορφώνονταν με τους όρους της συνθήκης για ανακωχή, οι προστάτιδες Δυνάμεις θα φρόντιζαν να το επιβάλουν…»[28].

    Την Άνοιξη του 1826, ο νέος αυτοκράτορας της Ρωσίας, Νικόλαος I, προάγωντας τον υπό δυσμένεια Senyavin στο βαθμό του ναυάρχου του ανέθεσε να οδηγήσει μια Ναυτική Μοίρα, που αποτελείται από εννέα πλοία γραμμής, επτά φρεγάτες, μιάς κορβέτας και τεσσάρων βριγκατντίνιων[29], προκειμένου να ενωθεί με τον Αγγλικό και το Γαλλικό Στόλο με την αυτοκρατορική πρόθεση να  ενισχυθούν οι Έλληνες να αποτεινάξουν το ζυγό της Οθωμανικής κατοχής . Στις 8 Αυγούστου 1827, ο Senyavin έφθασε στο Πόρτσμουθ. Από εκεί όμως επέστρεψε στη Βαλτική Θάλασσα αφήνοντας πίσω του μια Μοίρα από τέσσερα πλοία γραμμής, τέσσερες φρεγάτες και πέντε μικρά μπριγκαντίνια υπό τον υπονάυαρχο κόμη Λόγκιν Χέυδεν (Login Ηeiden. ).

    Από τις 12 Σεπτεμβρίου 1827 στον κόλπο του Ναυαρίνου έχουν αγκυροβολήσει ο Αιγυπτιακός Στόλος και μία Τουρκική και μία Τυνησιακή Μοίρα.

    Στις 13 Οκτωβρίου ο Ρωσικός στόλος είχε φθάσει στην περιοχή, ενώ στις 15 του ίδιου μήνα είχαν συγκεντρωθεί και οι τρεις στόλοι έξω από το Ναυαρίνο.

    Στις 16 Οκτωβρίου 1827 ο Τουρκοαιγυπτιακός Στόλος υπό τον Ιμπραήμ πασά, αρχηγού των αιγυπτιακών στρατευμάτων της Πελοποννήσου, βρίσκεται ακόμα στον κόλπο του Ναυαρίνου και ο Άγγλος ναύαρχος  Κόδριγκτον λαβαίνει οδηγίες που ανέφεραν: "…Όσο για τα τουρκικά και αιγυπτιακά πλοία, που βρίσκονται τώρα στα λιμάνια του Ναβαρίνου και της Μεθώνης και που θα επιμείνουν εκεί, θα πρέπει να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο επιθέσεως…". Η ώρα της σύγκρουσης δεν είναι μακριά!

    Ο Τουρκοαιγυπτιακός Στόλος διέθετε συνολικά 89 πολεμικά πλοία, με 2240 πυροβόλα, ενώ ο συμμαχικός δεν αριθμούσε περισσότερα από 27 πλοία (12 αγγλικά, 8 ρωσικά και 7 γαλλικά) με 1324 πυροβόλα, που ήσαν ισχυρότερα του αντιπάλου του.

    Η υπεροχή των 3 Δυνάμεων σε ποιότητα, εμπειρία και εκπαίδευση απομειωνόταν από τη δυσκολία συνεννοήσεως μεταξύ των, αλλά και από εγωιστικούς ανταγωνισμούς των επικεφαλής, του Άγγλου  Κόδριγκτον, που ήταν και ο αρχηγός, τον Γάλλο Δεριγνύ και τον Ρώσο Χέυδεν. Ο Κόδριγκτον δεν έκρυβε καθόλου την δυσαρέσκειά του. Στις 7 Αυγούστου έγραφε στον Φ. Άνταμ στην Κέρκυρα: "Είναι αλήθεια ότι δεν μπορώ να εμπιστευθώ στη διαγωγή του Δεριγνύ και ούτε σε κανένα άλλο ομοεθνή του. Και τώρα τι στο διάβολο θα κάνω με όλους αυτούς τους λαρδοφάγους Ρώσους! ... αν ήταν στο χέρι μου ποτέ δεν θα ήθελα να τους έχω υπό τις διαταγές μου, γιατί δεν θα μπορούσα να τους τιμωρήσω αν δεν με υπάκουαν... Τώρα όμως τι να κάνω; Δεν είναι στο χέρι μου!...»[30].

   Αφού οι Τούρκοι απέρριψαν την τελευταία προειδοποίηση των 3 Δυνάμεων, με τη δικαιολογία ότι απουσίαζε ο Ιμπραήμ πασάς, οι τρεις Στόλοι αποφάσισαν να αγκυροβολήσουν στο Ναβαρίνο εμπρός από τις Τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις πιέζοντας τες με την παρουσία της ναυτικής τους ισχύος να υποχωρήσουν στις ειρηνευτικές προτάσεις.

 


Ελαιογραφία  George Phillip Reinagle, 1828. Προσωπική του μαρτυρία !

    Το μεσημέρι της 8ης / 20ης Οκτωβρίου 1827[31] ο επικεφαλής Κόδριγκτον επάνω στο πλοίο 80 πυροβόλων ‘Ασία’ οδήγησε μέσα στον κόλπο τον Αγγλικό Στόλο, που σχημάτισε την εμπροσθοφυλακή. Ακολούθησαν οι Γάλλοι. Ο Ρώσος νάυαρχος Χέυδεν επάνω στο74 πυροβόλων πλοίο ‘Αζώφ’ ακολούθησε με το δικό του Στόλο, πίσω και αριστερά από τους Άγγλους.

   


 

 

 

 
     Το σχεδιάγραμμα του πλοίου Albion με τη διάταξη των εμπλεκομένων πλοίων[32].

 

   Υπάρχουν απόψεις ιστορικών που απομειώνουν τον βαθμό συμμετοχής των Ρώσων σ’ αυτή την μάχη. Οι Γάλλοι[33] μάλιστα υποστήριξαν ότι άργησαν τα Ρωσικά πλοία να μπουν στον κόλπο του Ναυαρίνου, άργησαν δηλαδή να λάβουν  θέσεις μάχης,

πλέοντας στην πρύμη των Γάλλων. O καθηγητής Β. Σφυρόερας υποστηρίζει ότι από το μεσημέρι που άρχισε «…Η ναυμαχία συνεχίστηκε με αμείωτη σφοδρότητα, ιδίως μετά τις 3 μ.μ., όταν μπήκε στον αγώνα η ρωσική μοίρα, που ως την ώρα εκείνη βρισκόταν αρκετά πίσω….». Από την πλευρά των Ρώσων υπήρχε ο ισχυρισμός ότι έπρεπε να περιμένουν για να δώσουν δρόμο στους Γάλλους, να μην τους εμποδίζουν να πλεύσουν στις θέσεις τους στην αριστερά πλευρά και ότι η Ρωσική ναυαρχίδα ‘Αζώφ’ έπρεπε να πάει δίπλα στο Γαλλικό ‘Σειρήν’ (Sirene). Πιο συγκεκριμένα, κατά τον καθηγητή Γιούρι Πρυάχιν[34] «…Στην ιστορική μνήμη των Ρώσων έμειναν τα κατορθώματα των πλοίων του Ρωσικού Στόλου, που βρίσκονταν στο κέντρο της Ναυμαχίας και ουσιαστικά πήραν επάνω τους το κύριο βάρος της μάχης….».

    Κατά τον R.C. Anderson πιθανώς η αλήθεια είναι κάπου στη μέση των δύο απόψεων. Σύμφωνα όμως με ένα σχέδιο, που έκανε ένας αξιωματικός του Albion, και σε σημείωση που υπάρχει σ’ αυτό, το πρώτο Ρωσικό πλοίο και το τελευταίο γαλλικό αγκυροβόλησαν ταυτοχρόνως μιάμιση ώρα αφότου είχε αρχίσει η πολεμική δράση, «…ενώ τα ‘Αζώφ’ και ‘Γκανγκούτ’ είναι σίγουρο ότι είχαν αναλάβει δράση πολύ πριν το Γαλλικό Breslau εμφανισθεί στη σκηνή…»[35].

   Στην υπηρεσιακή αναφορά[36] του της 21ης Οκτωβρίου 1827 ο Αντιναύαρχος Εδουάρδος Κόδρικτον αναφέρει σχετικά: «…Τα Τουρκικά πλοία ήσαν αγκυροβολημένα σε σχήμα ημισελήνου, έχοντας πλαγιοδετήσει…Ο συμμαχικός στόλος σχημάτιζε δύο στήλες, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι κρατούσαν την προσήνεμη στήλη και οι Ρώσοι την υπήνεμη….Εξέδωσα διαταγές ότι κανένα πυροβόλο δεν θα βάλει, εκτός εάν οι Τούρκοι βάλουν πρώτοι και αυτές οι διαταγές τηρήθηκαν αυστηρά….». Είναι.

αξιοσημείωτο το γεγονός ότι σε μια τέτοια σημαντική αναφορά ο Άγγλος ναύαρχος δεν αναφέρει τίποτα για αργοπορία των Ρωσικών πλοίων να λάβουν τη θέση τους, γεγονός, που αν συνέβη και δημιουργήθηκε πρόβλημα στο σχηματισμό μάχης, είναι ζήτημα που θα έπρεπε να αναφερθεί στις παρατηρήσεις του ναυάρχου.

   Μετά από ένα «τυχαίο επεισόδιο»[37], όπως το χαρακτήρισαν οι Άγγλοι, και αφού προκλήθηκαν οι Τούρκοι κι άνοιξαν πυρ σε Αγγλική λέμβο, ξέσπασε μια σκληρή ναυμαχία, χωρίς οι Στόλαρχοι να έχουν προλάβει να ετοιμάσουν κοινά σχέδια δράσεως.

   Το ‘Αζώφ’ με κυβερνήτη τον  Πλοίαρχο Mikhail Lazarev[38] προχώρησε προς το κέντρο της γραμμής μάχης, και παρόλο που δεν μπόρεσε να λάβει το σωστή θέση του λόγω του πυκνού καπνού και της συγχύσεως, βαλλόμενο από πέντε συγχρόνως εχθρικά πλοία, κατάφερε να βυθίσει με τα πυρά του «…τρεις φρεγάτες, ένα πλοίο γραμμής 80 κανονιών και να προκαλέσει ζημιές  σε μια κορβέτα….επίσης, σε συνεργασία με το Αγγλικό πλοίο γραμμής ‘Ασία’ βύθισε την ναυαρχίδα του Αιγυπτιακού Στόλου…»[39]. Είχε όμως το ‘Αζώφ’ 91 νεκρούς άνδρες και τραυματίες, τις πιο βαριές απώλειες μεταξύ των συμμαχικών πλοίων. Δύο ακόμα πλοία, μεταξύ τους η φρεγάτα του Τούρκου ναυάρχου, και ένα πλοίο γραμμής έπιασαν φωτιά και τινάχθηκαν στον αέρα από την έκκρηξη των πυρομαχικών τους. Τι ίδιο το ‘Αζώφ’ όταν κτυπήθηκε είχε 153 τρύπες από τις εχθρικές βολές[40]. Τα πληρώματα των Ρωσικά πλοίων Gangut, Ezekiel και Castor διακρίθηκαν στην ναυμαχία, έχοντας απέναντί τους τουλάχιστον πέντε εχθρικά πλοία, αλλά και τα ίδια υποστήκανε σοβαρές βλάβες. Το ‘Γκογκούτ’ ανέφερε τη βύθιση μιας φρεγάτας και την ανατίναξη ενός πλοίου 64 πυροβόλων δύο καταστρωμάτων. Βύθισε επίσης ένα μικρότερο πολεμικό.

    Το Ρωσικό πολεμικό ‘Αλέξανδρος Νιέφσκι’, ιστιοφόρο πλοίο γραμμής 80 πυροβόλων, ήταν τέταρτο στη ‘γραμμή μάχης’ της μοίρας  του ναυάρχου Χέυδεν. Κατά τη βαθμιαία εξασθένηση του ανέμου μόλις μπορούσε να κινείται. Μαζί με τα άλλα παραπλέοντα ρωσικά πλοία, όταν βρέθηκε μεταξύ των πυροβολείων Πύλου και Σφακτηρίας στο στόμιο του Ναυαρίνου δέχθηκε διασταυρούμενα πυρά καθώς και πυκνό τυφεκισμό από τουρκικό πυρπολικό που προσπαθούσε να προσεγγίσει. Τόσο το "Αλέξανδρος Νιέφσκυ" όσο και τα λοιπά ρωσικά σκάφη συνέχισαν τη πλεύση τους προς το υποδειχθέν σημείο αγκυροβολίας από τον ναύαρχο Κόδριγκτον, χωρίς να ανταποδώσουν ούτε μία βολή, παρόλο που δεχόντουσαν βροχή πυρών[41].  Μόλις το "Αλέξανδρος Νιέφσκυ" έφθασε στο σημείο αγκυροβολίας βρήκε εκεί αιγυπτιακή φρεγάτα, άνοιξε σφοδρό πυρ εναντίον της και την ανάγκασε να υποστείλει τη σημαία της και να παραδοθεί[42].Το ‘Αλέξανδρος Νέφσκι’ επίσης αιχμαλώτισε ένα πλοίο 56 πυροβόλων, το οποίο ρυμούλκησε έξω από τον κόλπο την επόμενη μέρα, του έκοψε τους ιστούς και του άνοιξε τρύπες για να βυθιστεί[43].

   Τα ‘Προβόρνιι’ και ‘Ελένη’ επιτέθηκαν σε τουρκική φρεγάτα, μεταξύ των ‘Armide’ και ‘Αλέξανδρου Νέφσκι’. Το ‘Κάστωρ’ έλαβε θέση εμπρός από το Talbot για να καταστρέψει την τελευταία τουρκική φρεγάτα που είχε απομείνει, ενώ το ‘Κωνσταντίνος’ υποστήριξε τα Talbot και ‘Κάστωρ’.

   Η ναυμαχία έληξε μετά από τέσσερες περίπου ώρες και οι απώλειες των Οθωμανών ήσαν τεράστιες: : 60 εχθρικά πλοία καταστράφηκαν εντελώς και πολλά άλλα ανατινάχθηκαν από τους ίδιους τη νύχτα για να μην τα αιχμαλωτίσουν οι σύμμαχοι. Κατά το Γάλλο πλοίαρχο του Oθωμανικού Στόλου Λετελιέ τα μόνα πλοία που επέπλεαν την άλλη ημέρα ήταν μια φρεγάτα δίχως ιστούς, 4 κορβέτες, 6 μπρίκια και 4 ημιολίες. Είχαν 6000 νεκρούς περίπου και 4000 τραυματίες. Τα συμμαχικά πλοία είχαν 43 νεκρούς και 144 τραυματίες τα γαλλικά, 80 και 206 τα αγγλικά και 59 και 139 τα Ρωσικά. Τα Ρωσικά πλοία ‘Γκαγκούτ’ και ‘Ιεζεκιήλ’ έπαθαν σοβαρές βλάβες[44].

    Ο ναύαρχος Χέυδεν ανέφερε μετά τη Ναυμαχία στον αυτοκράτορα Νικόλαο Ι μεταξύ άλλων τα ακόλουθα «….δεν βρίσκω αρκετά λόγια για να εκφράσω στη Μεγαλειότητά σας την ανδρεία, το υψηλό ηθικό και το ζήλο που επέδειξαν οι κυβερνήτες, οι αξιωματικοί και τα πληρώματα καθ’ όλη τη διάρκεια της έντονα αιματοβαμμένης Ναυμαχίας….Πάλεψαν σαν λιοντάρια εναντίον ενός πολλαπλά ισχυρότερου και πείσμονα αντιπάλου. Δυστυχώς τα πλοία ‘Αζώφ’, ‘Γκογκούτ’ και ‘Ιεζεκιήλ’ έπαθαν καταστροφικές ζημιές…»[45].

    Κατά την ναυμαχία τα συμμαχικά πλοία βοηθούσαν το ένα το άλλο. Το ‘Αζώφ’ υποστήριξε σε μια στιγμή της σκληρής μάχης το ‘Ασία’ σε μια αψημαχία με το 96 πυροβόλων πλοίο ‘Μωχάμετ Μπέη’, το οποίο όπως αναφέρθηκε βύθισαν, και το Γαλλικό Breslau βοήθησε το πλοίο του Ρώσου αρχηγού της Μοίρας σε άλλη φάση της μάχης.

    Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου έλαβαν μέρος «…και δοκιμάστηκαν στη μάχη οι πιο κάτω αξιωματικοί του πλοίου ‘Αζώφ’: Ο Υποπλοίαρχος Ναχίμωφ, ο Σημαιοφόρος Κορνίλωφ και ο Ναυτικός Δόκιμος Ιστόμιν - οι αργότερα ένδοξοι Ναύαρχοι του Ρωσικού Στόλου, οι ήρωες της υπεράσπισης της Σεβαστούπολης- που διακρίθηκαν στη ναυμαχία του Ναυαρίνου για την ανδρεία τους, την εξαιρετική ναυτική τους εκπαίδευση, την ψυχραιμία και τη ναυτική τους δεξιοτεχνία…»[46]. Στον Ναχίμωφ απονεμήθηκε το Παράσημο του Αγίου Γεωργίου 4ης Τάξεως και προάχθηκε σε Πλωτάρχη. Τοποθετήθηκε αργότερα ως κυβερνήτης της κορβέτας που αιχμαλωτίσθηκε κατά τη Ναυμαχία του Ναυρίνου και ονομάσθηκε συμβολικά ‘Ναβαρίν’. Με το ‘Ναβαρίν’ ο Ναχίμωφ έλαβε μέρος με επιτυχία στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο 1828-1829[47]!

 

                                    

                        Ναύαρχος Παύλος Ναχίμωφ. Μουσείο Ρωσικού Στόλου

                                                  Μ. Θάλασσας Σεβαστούπολης

   Ο ναύαρχος Ναχίμωφ[48] έχει ταφεί στον καθεδρικό ναό του Αγ. Βλαδίμηρου στη Σεβαστούπολη, μαζί με τους Μ. Λαζάρεφ, Β. Α. Κορνίλωφ και Βλ. Ιστόμιν.

 

    Οι συμμαχικές κυβερνήσεις φαίνεται ότι δεν ήσαν ευχαριστημένες από τη νικηφόρα έκβαση της ναυμαχίας. Οι Άγγλοι, πίσω στην πατρίδα του,  για τη βοήθεια του Κόδρικτον προς το Ρωσικό στόλο  και για μερικές αποφάσεις του  τον ανακάλεσαν στο Λονδίνο λίγο μετά τη ναυμαχία στο Ναυαρίνο. «…Η κυβέρνηση της Αγγλίας έδειχνε κεραυνόπληκτη προ του ανεπιθύμητου τετελεσμένου, που διέπραξε ο Κόδριγκτον…» σημειώνει η Ελένη Κούκου. Κατά μία άποψη ο Κόδρικτον και η διάλυση του Τουρκοαιγυπτιακού Στόλου είχαν βοηθήσει την ενίσχυση της θέσης των Ρώσων στη Μεσόγειο.

    Μετά τη ναυμαχία ο Ρώσος αυτοκράτορας σε μια διπλωματική κίνηση απένειμε  στους τρεις συμμάχους ναυάρχους το παράσημο του Αγίου Γεωργίου. Επίσης προβίβασε τον Lazarev  σε υποναύαρχο. Το ‘Αζώφ’ παρασημοφορήθηκε με ένα νέο παράσημο το ‘Σήμα του Αγίου Γεωργίου’[49]. Ακολουθώντας τη ρωσική ναυτική παράδοση το παράσημο αυτό, το σήμα, περνά σε κάθε νέο πλοίο ‘Αζώφ’και φέρεται στον ιστό του. Η Βρετανική κυβέρνηση επίσης, θέσπισε ασημένιο μετάλλιο, αργότερα το 1847, το Μετάλλιο Γενικής Υπηρεσίας Ναυτικού. Στην οριζόντια μεταλλική μπάρα γράφει ΝΑVΑRΙΝΟ και απονεμήθηκε το 1848 σε 1142 επιζώντες Άγγλους της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου[50].

 

                                         Portrait of Mikhail Petrovich Lazarev

                              Μιχαήλ Λαζάρεφ (Лазарев, Михаил Петрович)

 

   Τα ρωσικά πλοία που έλαβαν μέρος στη ναυμαχία του Ναυαρίνου υπό τον υπονάυαρχο κόμη Login Petrovich van der Heiden ήσαν[51]:

   - Πλοία γραμμής: Το Γκανγκούτ (Gangut) 84 πυροβόλων, Αζώφ (Azov) 80  

     (ναυαρχίδα), Ιεζεκιήλ (Iezekiil) 80, Αλέξανδρος Νέφσκι (Aleksandr Nevskii)  80.

   - Φρεγάτες: Προβόρνι (Provornyi)  πυροβόλων 48, Κωνσταντίνος (Konstantin) 44, 

     Ελάνη (Elena) 38 και Κάστωρ (Kastor) 36 πυροβόλων.

   Ο Ρωσικός Στολίσκος από 4 πλοία γραμμής, 2 φρεγάτες και μια κορβέτα μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου έφτασε στη πλησιέστερη φιλική βάση της Μάλτας, στις 8 Νοεμβρίου, όπου επισκευάστηκε, ενώ το ‘Κωνσταντίνος’ ακολούθησε τον Δεριγνύ στη Σμύρνη.

    Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου και οι εξελίξεις της  πυροδότησαν πολεμικές προετοιμασίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρωσία, εναντίον της οποίας  στράφηκε η οργή των Οθωμανών. Παρά τις προσπάθειες ιδίως της Αγγλίας να εκτονώσει την ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών, ο νέος Ρωσοτουρκικός πόλεμος κηρύχτηκε τον Απρίλιο του 1828. Ο Ρωσικός Στολίσκος πήρε μέρος στον νέο Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1828-1829), όπου ο αντιναύαρχος Χέυδεν πήρε υπό τις διαταγές του τον υποναύαρχο  Pyotr Rikord με τη Μοίρα του. Μετά το τέλος του πολέμου αυτού ο Στολίσκος του Χέυδεν επέστρεψε στη Βαλτική αφήνοντας πίσω του τον υποναύαρχο Rikord με επτά πλοία. Η Μοίρα αυτή επέστρεψε στη Ρωσία το καλοκαίρι του 1833.                                       

    Όπως φαίνεται και από τα πιο πάνω, στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου δεν υπήρξε συμμετοχή συγκροτημένης Ναυτικής Δύναμης Ελληνικής. Το Ελληνικό Έθνος βρίσκεται σε αγώνα ανεξαρτησίας τα τελευταία έξι χρόνια στηριζόμενο κυρίως σε στρατιωτικά αποσπάσματα ξηράς.

    Τα τρία νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά έχουν αναλάβει το ναυτικό αγώνα από την αρχή της Επαναστάσεως (1821), κινούμενα αυτόνομα και περισσότερο αυτοδύναμα, χωρίς να καλέσουν ναυτικές δυνάμεις άλλων νησιών να ενταχθούν σε μια ενιαία και πιο αποτελεσματική δύναμη. Τα τρία νησιά δημιούργησαν ναυτικές δυνάμεις και ηγήθηκαν του ναυτικού αγώνα, εξασφαλίζοντας στα πληρώματα τους και τον αναγκαίο βιοπορισμό «στον αργούντα πληθυσμό»[52]. Παράλληλα οι κοινότητες των νησιών αυτών είχαν αναλάβει και τις δαπάνες για τον εξοπλισμό και συντήρηση των πλοίων των. Τις ναυτικές δαπάνες ανέλαβε η Προσωρινή Κυβέρνηση από το1824, αλλά πάλι οι ναυτικές δυνάμεις σχηματίζονταν από τα τρία νησιά. Η σύνθεση των πληρωμάτων και οι δαπάνες των πλοίων ήταν ζήτημα του πλοιοκτήτη, που συνήθως ναυτολογούσε συγγενικά πρόσωπα. Επομένως ο στόλος στο μεγαλύτερο μέρος της Επαναστάσεως ήταν στόλος εφοπλιστών και συντροφοναυτών και ο καθένας ήταν «καπετάνιος με το καράβι του και το πουγκί του»[53]. Δεν μπορεί επομένως κανείς να μιλάει για αμιγώς στρατιωτικής οργάνωσης ναυτικές δυνάμεις.

    Μόλις το 1826, λίγους μήνες πριν από τα γεγονότα του  Ναυαρίνου, έγινε στο νησί της Ύδρας μια πρώτη προσπάθεια δημιουργίας ενός υποτυπώδους κέντρου ελέγχου Ναυτικής Δύναμης , από φόβο μετά την πτώση του Μεσολογγίου (1826)[54]. Τον Απρίλιο του 1826 οι 48 εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του νησιού δημιούργησαν την λεγόμενη «φροντιστική επιτροπή», που όμως μεταβίβασε την εξουσία φροντίδας του ναυτικού στους προκρίτους στις 6 Ιουνίου 1826[55]. Από εδώ αρχίζει η προσπάθεια δημιουργίας Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

    Ουσιαστικά όμως, ήταν οι επιπτώσεις της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, οι ειρηνευτικές προσπάθειες των συμμαχικών δυνάμεων και η πολιτική συγκυρία που δημιούργησε η κάθοδος από τη Ρωσία του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της δημιουργίας και συγκρότησης των Ελληνικών Ναυτικών Δυνάμεων σε κρατική βάση και υποδομή. Είναι δε η δεύτερη σημαντική προσπάθεια συγκροτήσεως τακτικών ναυτικών δυνάμεων στην Ελλάδα μετά το πρώτο αξιόλογο κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη[56] κατά το Β’ Ρωσοτουρκικό πόλεμο και μετά (1787-1792).

   Στην διευθυντική ομάδα του Ναυτικού συμμετείχαν και αλλοδαποί εμπειρογνώμονες και φιλέλληνες που συμμετείχαν ενεργά στον Ελληνικό Αγώνα, όπως οι Ελβετός γιατρός L.A Gosse, ο συνταγματάρχης Heideck, ο Γάλλος Bailly.Το Μάρτιο του 1827, μετά την ανάληψη της αρχηγίας από το ναύαρχο Κόχραν, ο Γκός διορίζεται γενικός επιμελητής του στόλου και μεταφέρει το εφοδιαστικό κέντρο στο νησί του Πόρου, για ασφάλεια μακριά από τη συνεχώς εμπόλεμη Ύδρα[57]. Ο Πόρος γίνεται το εφοδιαστικό κέντρο των χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων του Επαναστατικού Αγώνα, ο πρώτος Ναύσταθμος[58].

    Με τα χρήματα που έχουν διαθέσει φιλέλληνες επισκευάζονται τα πλοία «Καρτερία», μερικά πυρπολικά, το βρίκι «Σωτήρ» και το πλοίο του Μιαούλη «Άρης». Μετά τα τέλη του 1827 την ευθύνη της λειτουργίας του Ναυστάθμου ανέλαβε η Επιτροπή Επί Των Ναυτικών Υποθέσεων, που από το Μάρτιο του 1828 την αποτελούσαν και οι Κ. Μπότασης, Ν. Γιαννίτσης και Εμ. Τομπάζης, που μαζί με τον Άστιγγα ονομάσθηκαν Διευθυντές Ναυτικών Υποθέσεων.

    Ο Ι. Καποδίστριας έφτασε στην Ελλάδα στις αρχές του 1828 και η άφιξη του Κυβερνήτη στην κατεστραμμένη από τον μακροχρόνιο πόλεμο χώρα θεωρήθηκε εγγύηση για ένα καλύτερο μέλλον[59]. Ο Καποδίστριας επωφελούμενος από την ευνοϊκή συγκυρία, με σωστές, βήμα-βήμα, κινήσεις και αποφάσεις κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει ένα συγκεντρωτικό σύστημα προσωρινής διακυβερνήσεως της χώρας, προσπαθώντας να συνενώσει τις δυνάμεις που δρούσαν ανεξάρτητα σ’όλη την τότε Ελληνική περιοχή. Η προσπάθεια αυτή βρήκε τις αντιδράσεις, μεταξύ των άλλων, των νησιών και των καπεταναίων, που μέχρι τότε δρούσαν αυτοδύναμα και ανεξάρτητα.

    Ο Καποδίστριας συγκρότησε τον Ιανουάριο του 1829 το Πολεμικό Συμβούλιο, που ήταν η προϊσταμένη Αρχή του Στρατού και του Ναυτικού, στο οποίο προέδρευε ο ίδιος ο Κυβερνήτης[60]. Υπεύθυνος στη Επιτροπή αυτή για το Ναυτικό ήταν ο Α. Μαυροκορδάτος, που σημειωτέον είχε ταχθεί με την αγγλική πολιτική. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1829 δημιουργήθηκαν έξι Υπουργεία, μεταξύ των οποίων του Πολεμικού Ναυτικού με επί κεφαλής τον αδελφό του Κυβερνήτη, Βιάρο Καποδίστρια[61].

    Η διοίκηση του Ναυτικού άρχισε να αναδιοργανώνεται στις αρχές του 1828, λίγους μήνες μετά το Ναυαρίνο. Το Μάρτιο του 1828 ιδρύεται η Υπηρεσία των Προσωρινών Διευθυντών των Ναυτικών Υποθέσεων. Τον Μάρτιο του 1829, όταν Διευθυντές ήσαν οι Εμ. Τομπάζης, Ανδρέας Γιαννίτσης και Νικόλαος Μπότασης, τα καθήκοντά τους μεγάλωσαν και σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα μετατρέπεται η Υπηρεσία αυτή σε Ναυαρχείο, με την ονομασία «Αρχηγείο Στόλου και Ναυτικό Τεχνικό Συμβούλιο»[62].

    Επίσημα το Ναυαρχείο του Ελληνικού Ναυτικού συγκροτήθηκε τον Οκτώβριο του 1829 με υπεύθυνους τους Ναυάρχους Γεώργιο Σαχτούρη της Ύδρας, Γεώργιο Ανδρούτσο της νήσου των Σπετσών και Κωνσταντίνο Κανάρη από το νησί των Ψαρρών. Είναι τότε που παίρνει το Ναυτικό επισήμως την ονομασία «Ναυτική Υπηρεσία του εν Πόρω Ναυστάθμου»[63].

    Δύο χρόνια μετά τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, με την συγκρότηση του Ελληνικού κράτους, παράλληλα έχει ιδρυθεί και το Πολεμικό Ναυτικό του.

     Τα πλοία του Εθνικού Στόλου  αποτελούνταν από τρεις κατηγορίες:

1) Τα πλοία που είχαν παραγγελθεί από την Επανάσταση στο εξωτερικό (δηλαδή το ‘Ελλάς’ και το ‘Καρτερία’),

2) Τα πλοία που ανήκαν στο Ελληνικό κράτος, που είχαν αγορασθεί στο εσωτερικό ή είχαν κατασχεθεί από πειρατές ή εχθρικά που είχαν αιχμαλωτισθεί κατά τις ναυμαχίες και

3) Τα πλοία που είχαν ναυλωθεί από την Κυβέρνηση ή είχαν παραχωρηθεί σ’ αυτήν από τους πλοιοκτήτες.

   Τα πλοία των δύο πρώτων κατηγοριών αναφέρονται στα αρχεία ως «Εθνικά πλοία», ενώ τα της τρίτης κατηγορίας αναφέρονται ως «πλοία σε εθνική υπηρεσία» και ήσαν ιδιόκτητα. Από τα 92 πλοία όμως όλων των κατηγοριών, μόνον τα 48 ήσαν κατάλληλα για υπηρεσία[64].

    Στο Ναυτικό της Ελλάδας εκείνης της περιόδου έπρεπε ακόμα να γίνουν πολλά, ώστε να μπορεί κανείς να μιλήσει για πειθαρχημένα στρατιωτικά σχήματα. Για τους αλλοδαπούς συμβούλους και φιλέλληνες η κατάσταση ήταν ασφαλώς παράδοξη και σύμφωνα με τις παρατηρήσεις τους « …τα πληρώματα φαίνονταν απείθαρχα και άτακτα…το εσωτερικό κάθε πλοίου παρουσίαζε σκηνή συγχύσεως και απειθαρχίας…»[65]. Ο ίδιος ο Κόχραν ζήτησε να δημιουργηθεί κλίμακα ιεραρχίας τριών βαθμών, ώστε να μπορέσει να εισαχθεί στα πλοία «…ευταξία και πειθαρχία παρόμοια με εκείνη των ευρωπαϊκών στόλων…»[66].

    Τα προβλήματα αυτά της νηπιακής ηλικίας του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας ξεπεράστηκαν σιγά-σιγά και παράλληλα με την κρατική συγκρότηση προχώρησε και η ενδυνάμωση και σωστή εκπαίδευση των Ναυτικών Δυνάμεων στα επόμενα χρόνια. Σημαντικό όμως είναι να μνημονεύομε αυτό το σημείο καμπής, από το οποίο ξεκίνησαν οι προϋποθέσεις της δημιουργίας του Ελληνικού κράτους και του Ναυτικού του, τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου στις 20 Οκτωβρίου 1827.

   Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αποτέλεσμα της Ναυμαχίας, είναι σίγουρα μια λαμπρή στιγμή στην Νεότερη Ελληνική Ιστορία, αφού επέβαλε τη διεθνή αναγνώριση του Ελληνικού Κράτους.  Έτσι, στις 22 Μαρτίου 1829 υπογράφεται στο Λονδίνο το Πρωτόκολλο, που αναγνωρίζει την Αυτονομία της Ελλάδας, μέχρι τον Βόλο και τον Αμβρακικό κόλπο. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1829 η Ρωσία υπογράφει συμφωνία με την Τουρκία (Ανδριανουπόλεως), που στο 10ο άρθρο της βεβαιώνει τα υπογραφέντα στο Λονδίνο περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας, ενώ και οι δύο συμφωνίες κρατούσαν την Ελλάδα υπόχρεη σε φόρους στο Σουλτάνο.

    Τελικά, με  νέο Πρωτόκολλο του Λονδίνου, της 3ης Φεβρουαρίου 1830, η Τουρκία αποδέχεται (24 Απριλίου 1830) την Ανεξαρτησία της Ελλάδας[67].

    Η  Ναυμαχία του Ναυαρίνου πέρασε στην ιστορία και η σπουδαιότητά της άφησε τ’ αχνάρια της στη διεθνή λογοτεχνία της εποχής της.

 


Το λιμάνι του Ναυαρίνου

 

    Στις 9 Νοεμβρίου 1828 κυκλοφορούν στο Παρίσι τα νέα για τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου και λίγες ημέρες αργότερα ο Βίκτωρ Ουγκό συνθέτει ένα μέρος του ποιήματος που φέρει τον ομώνυμο τίτλο Ναυαρίνο[68]. Ο μεγάλος Ουγκό έγραφε στο ποίημάτου: «…Τώρα το Ναυαρίνο, η πόλη με τα βαμμένα σπίτια, τους χρυσούς θόλους, τ’ άσπρο Ναυαρίνο, που πάνω στο λόφο είναι χτισμένο ανάμεσα στα πεύκα, τον γαλήνιο κόλπο του σε μάχη φοβερή δανείζει σε δυο στόλους, που τις πρύμνες τους παράφορα τσουγκρίζουν. Κοίτα τους εκεί κάτω: είναι γεμάτος ο γιαλός καράβια κι έτοιμος τη φωτιά να καταπιεί, για το αίμα τους διψάει….»[69]!

   

 


 Kωνσταντίνος Bολανάκης (1837-1907): H Ναυμαχία του Ναβαρίνου (20/10/1827). Ναυτικό Μουσείο Eλλάδος

    Τον Αύγουστο του 1832 κι ο άλλος μεγάλος Γάλλος, ο Λαμαρτίνος έγραψε: «…Το μπουρίνι μας πετάει έξω από την πορεία μας και μας φέρνει πολύ κοντά στην ακτή του Ναυαρίνου. Ξεχωρίζουμε τα δυο νησάκια που κλείνουν την είσοδο του λιμανιού και το ωραίο βουνό με τις δυο κορφές, που στεφανώνει το Ναυαρίνο. Εδώ πριν από λίγο καιρό τα κανόνια της Ευρώπης καλούσαν την αναστημένη Ελλάδα…»[70] !

 

                                

              Το πλήρωμα του πλοίου ‘Рамять Азова’ (Παμιάτ Αζόβα) στο Ναυαρίνο  αποδίδουν τιμές στους Ρώσους νεκρούς της Ναυμαχίας. Ιανουάριος 1894. Αρχείο Εθνικού Ιστορικού Μουσείου Ελλάδος[71].




Русские моряки участники Наваринского

 сражения и их судьбы.

 

 

В 1821г. греки вновь восстали против своих бесчеловечных порабо-тителей турок. Русский народ в лице лучших выразителей своего духа всецело был на стороне греческих борцов за освобождение от почти 4-х векового гнёта.

На Пасху турки расправились с Константинопольским Патриархом и семью митрополитами, чтобы затем надругаться над их телами.

В нарушение Ясского и Бухарестского трактатов Турция стала чинить препятствия русским судам, идущим с зерном через Босфор, в июне прои-зошло нападение на российский военный пакетбот. Россия вынужденно прервала дипломатические отношения с Портой, но объявлять войну Александр I не стал.

Это "воздержание" было замечено Английской дипломатией и воспри-нято, по словам их министра иностранных дел Каннинга, как оставление Россией своего "передового места на Востоке". "Англия должна воспользо-ваться этим и занять его"- заключил министр в своей оценке ситуации в Средиземноморье в 1823г.

Со вступлением на престол в 1825г. Николая I новый курс русской политики в восточном вопросе явственно обнаружился на Аккерманской конференции в августе 1826г. Принятой там конвенцией Россия показала свою решимость действовать на Балканах в одиночку.

По инициативе Англии была возобновлена двусторонняя конференция по Греции в Петербурге, результатом которой явилась договорённость по-требовать от Турции выселить из Греции всех турецких подданных при условии сохранения вассальной зависимости освобождаемых территорий от Султана. Турция отвечает категорическим отказом.

В 1827г. Франция изъявляет желание присоединиться к Петербургской конференции, и она переносится в Лондон.

Россия тем временем скрытно готовит экспедицию в Средиземное мо-ре. Во главе русской эскадры Николай сознательно ставит адмирала Сеня-вина, как напоминание Европе о славных делах начала XIX века, когда тот же Сенявин заставил Францию и Англию считаться с русским флотом.

10 июня 1827г. эскадра покинула Кронштадт. Русские моряки рвались скорее помочь единоверцем, истекающим кровью в неравной борьбе с объе динёнными египецко-турецкими силами. Но англичане предприняли всё, чтобы уже к приходу русского отряда в Портсмут 28 июля свести на нет возможные результаты этого искреннего стремления содействия единовер-цам в восставшей Греции. 24 июня в Лондоне был подписан трактат, закрепляющий за Англией главенствующее положение в вопросе прими-рения греков с Оттоманской империей. Лондон, таким образом, и расписал роли, которые он отводил России и Франции. Это отвечало их стратегии не допустить какого-либо возрастания влияния России в восточном Средизем-номорье. Одновременно Англия с Францией испытывали некий диском-форт от военного альянса Порты со своим вассалом Египтом, объединён-ных стремлением задушить освободительное движение православных наро-дов Балкан.

В Средиземное море направлялась часть отряда Д.Н.Сенявина- 4 кораб-ля, 4 фрегата и два брига во главе с контр-адмиралом Л.П.Гейденом. Это были лучшие корабли Балтийского флота недавней постройки. Трое из них несли в числе своих орудий по 4 однопудовых единорога, способных стре-лять разрывными снарядами-бомбами. 1 октября эскадра Гейдена соедини-лась с английской вице-адмирала Э.Кодрингтона. В тот же день к ним подо-шёл и контр-адмирал А.Г.де Риньи с французскими судами.

5 октября союзные эскадры подошли к Наварину. Письмо за подписью трёх адмиралов, направленное Ибрагиму-паше главнокомандующему морс-кими и сухопутными силами оттоманской империи, осталось без ответа. В сложившейся ситуации решено было немедленно идти в Наваринскую бух-ту, стать там напротив турецко-египетского флота, и этой демонстрацией принудить Ибрагим-пашу к удовлетворению предъявленных требований. Кодрингтон, как старший из союзных адмиралов, отдал приказ с диспози-цией судов в бухте 8 октября и директивами на случай неприязненных дей-ствий со стороны турок и египтян.

Нашими судами командовали в основном опытные боевые капитаны.

Командир эскадры контр-адмирал Л.П.Гейден участник ушаковских сражений в Средиземном море и сражений на Балтике со шведами в 1812г.

Командир линейного корабля "Азов" капитан 1-го ранга М.П.Лазарев служил волонтёром в Британском флоте, участвовал в Трафальгарском сражении, трижды обогнул земной шар.

Командир корабля "Гангут" А.П.Авинов коллега Лазарева по службе в Британском флоте, также участвовал в Трафальгарском сражении.

Командир фрегата "Константин" С.С.Хрущёв участвовал в 1812-14гг. в составе эскадры Тета в блокаде побережья Франции.

Союзники имели в Наварине 26 различных судов при 1676 орудиях, противник 66 при 2220 орудиях, не считая брандеры и береговые 165 ору-дий. Русская эскадра оказалась сильнейшей по рангу судов и артиллерии.

8 в 12.30 соединённая эскадра начала спускаться в бухту, русские суда шли последними.

Вооружённое столкновение началось с обстрела турками английской шлюпки и быстро переросло в общий бой.

К 18.00 поражение противника было полным: 2 линейных корабля и 2 фрегата сдались; взлетел на воздух корабль и 11 фрегатов; остальные были потоплены или выбросились на мелководье.

Союзники потеряли убитыми и ранеными до 800 человек, противник-более 5000.

На "Азове" прошли боевую школу будущие известные флотоводцы и деятели русского военно-морского флота.

Все офицеры получили награды или внеочередной чин, были награж-дены и отличившиеся нижние чины, включая гардемарин.

Руководство Черноморского флота в скором будущем составят офи-церы, прошедшие боевую закалку в Наварине.

13 октября русская эскадра ушла на Мальту, чтобы исправить постра-давшие в бою суда.

Оттоманскому флоту в Наварине был нанесён губительный удар, кото-рый явился для неё неожиданным, поскольку ни с одной из стран, послав-ших свои корабли к берегам Греции, Порта не была в состоянии войны.

Египетские сухопутные силы оставались в Морее, и потребовалась блокада и высадка французского отряда, чтобы Ибрагим-паша очистил к сентябрю 1828г. целиком Морею.

Турция в марте 1828г. объявила войну России, 14 апреля Николай I ей ответил тем же. Война в 1829г. закончилась для Турции бесславно, она вынуждена была подтвердить статьи предыдущих мирных договоров с Россией и принять условия Лондонского трактата по Греции.

На помощь Гейдену в сентябре прибыла эскадра П.И.Рикорда в составе 4-х кораблей и 4-х фрегатов. Ему предстояло блокировать Дарданеллы до 1833г. После кончины гр. Каподистрии в 1832г. до приезда баварского принца Оттона, избранного королём эллинов, русский адмирал дважды избирался временным президентом Греции.

В начале 1830г. Лондонская конференция признала Грецию независи-мым государством.

В 1835г. благодарные греки награждают наиболее отличившихся в Наваринском бою русских офицеров орденом Св. Спасителя.

Роль русского флота в обретении Грецией своей независимости никоим образом не возможно вычеркнуть из истории служения России православ-ному миру.

 

 

 

                                                                                    А.П.Нахимов

 


СТЕФАН МАВРОМИХАЛИ И ЕГО ПОТОМКИ

НА СЛУЖБЕ РОССИИ

 

С.А. Сапожников (Москва)

Тезисы доклада на научно-практической конференции,

посвященной 180-летию Наваринского сражения,

в Греческом культурном центре в Москве

23 октября 2007 г.

 

  1. У нашего Пушкина есть стихотворение «Моя родословная», написанное в 1830 году, в котором он вспоминает своего предка, знаменитого арапа Петра Великого Абрама Петровича Ганнибала. Воспоминание было облечено в такие строчки:

И был отец он генерала

Пред кем средь Чесменских пучин

Громада кораблей вспылала

И пал впервые Наварин.

Этим генералом был Иван Абрамович Ганнибал, участник 1-й Архипелагской экспедиции российского флота во время Русско-турецкой войны 1768 – 1774 гг. Именно под его руководством (тогда он имел чин бригадира) действительно был взят у турок город Наварин и лучшая на морейском побережье Наваринская бухта. Произошло это весной 1770 года, и именно тогда «пал впервые Наварин», то есть за 57 лет до «второго падения», которое мы сегодня торжественно отмечаем этой научно-практической конференцией

  1. Войну 1768 – 1774 гг. российское командование намеревалось вести с турками с двух фронтов: с севера, со стороны Молдавии и Валахии – силами армии графа П.А. Румянцева и с юга, со стороны южного побережья Мореи (так в то время назывался полуостров Пелопоннес) – силами упомянутой экспедиции во главе с графом А.Г. Орловым, будущим Чесменским. В войне на южном фронте принимали участие и восставшие греки, создавшие так называемые «спартанские легионы». Командовал этими легионами Стефан Мавромихали, представитель одной из самых знаменитых греческих фамилий.
  2. Это действительно заметная греческая фамилия. Мавромихали с испокон веков управляли горной областью Мани (Майна), жители которой считали себя потомками легендарных спартанцев. Многие предки Стефана Мавромиали были экзархами Мореи, и сам он был признанным лидером греков своего времени. Его признавали и турки, называя беем (властителем, господином, князем) и «байрактаром», что в переводе значит «владеющий знаменем». Он дважды упоминается в «Истории России» нашего великого историка С.М. Соловьева. Стефан был близким родственником Петра, Иоанна и Константина Мавромихали, будущих активных деятелей антитурецкого движения, завершившегося «вторым» Наварином и провозглашением в 1830 году независимости Греции.

В Афинах две главные улицы носят имена Каподистрии и Мавромихали. Один современный грек, узнав, что мой пращур (прямой предок в 7-ом колене) носил фамилию Мавромихали, сказал не без почтения: «Грек рождается со знанием этой фамилии».

 

  1. Вернемся, однако, в 1770 год. Восстание греков готовилось исподволь. Стефан Мавромихали имел сношения с Н.И. Паниным и А.Г. Орловым, его посланцы побывали в Санкт-Петербурге и были приняты императрицей Екатериной II. Греки подняли обещанное восстание и оказали большую помощь русским десантным частям и флоту. Они принимали участие в сражении за упоминавшийся «первый» Наварин, в осаде городов Модона, Корона и, конечно в знаменитом Чесменском сражении. За участие в последнем Стефан Мавромихали получил от императрицы большую золотую медаль.
  2. Масса греков вступила тогда на русскую службу. Как правило, это были молодые люди из приличных семей, и получали они первый офицерский чин – прапорщика. Среди них были представители фамилий Анастасьевых, Кази, Стамати, Ревельотти, Кумани, Кортацци и многих других. Это очень пригодилось им, когда во главе с тем же Стефаном Мавромихали они были вынуждены, спасаясь от турецких репрессий, эмигрировать в Россию.
  3. Практически все они получили имения в Новороссии (юг современной Украины), Крыму, Приазовье и влились в состав российского дворянства. Стефан Мавромихали продолжал военную службу в России, будучи постоянно связанным с Румянцевым, Потемкиным, Суворовым. Он был первым командиром Балаклавского греческого батальона. Он укрепил позиции России в Крыму и в 1793 году он стал одним из первых греков – кавалеров ордена Святого Георгия 4-й степени. Имя его золотом выбито на стенах Георгиевского зала Большого кремлевского дворца в Москве.

Он умер в 1801 году в своем крымском имении (любимом Керменчике) и похоронен в Балаклаве в Георгиевском монастыре. Портрет Стефана Мавромихали, датируемый концом 1790-х годов, хранится в Художественном национальном музее Украины в Киеве (портрет атрибутирован и научно описан потомком Стефана – искусствоведом, сотрудником Государственного Эрмитажа А.В. Пац-Помарнацким в 1964 году).

  1. Стефан Мавромихали был женат на гречанке Фотинье (Стамати ?). У них был сын Павел Стеф(п)анович Мавромихали (1770 – 1822), который служил на Черноморском флоте под командованием Ф.Ф. Ушакова, затем состоял на гражданской службе, был одним из ближайших помощников строителя Одессы герцога А.Э. Ришелье. П.С. Мавромихали был женат тоже на гречанке Ксении Мануиловне Дмитриевой (ок. 1785 – 1851) и имел от нее сына Константина, умершего в малых летах, и шестерых дочерей: Марию (род. 1809), Екатерину (1810), Елизавету (1813), Анну (1814), Александру (1815) и Елену (1816). На сыне оборвалась мужская линия этой русской ветви рода Мавромихали, а с дочерей начался процесс духовной и генетической ассимиляции семьи в многонациональной среде российского общества.
  2. Ассимиляция не означала забвения своих родовых корней: в семье всегда оставался и остается глубокий интерес ко всему, что касается Греции, хотя в настоящее время в жизнь вступают уже XXI поколения потомков знаменитого грека. То же самое можно сказать и о других греческих родах, укоренившихся в России.
  3. Три дочери Павла Стефановича Мария, Елизавета и Александра вышли замуж за греков, соответственно за К.Н. Анастасьева, П.Ф. Ревельотти и И.А. Кази, представителей старинных греческих родов, отцы которых сражались вместе со Стефаном в Греции и России. Сестры же их Елизавета и Елена связали свои судьбы с двоюродными братьями из семьи французских эмигрантов М.И. и И.Ф. Бларамбергов (согласно семейной легенде, происходящих от одного из бастардов французского короля Генриха IV).

Реконструкция и анализ потомства этих супружеских пар позволили проследить развитие их родственных связей в России за прошедшие 250 лет. Полное родословие этих семей по всем линиям, составленное автором и доведенное до наших дней, содержит более 300 индивидов, а с учетом супруг и супругов – почти 500 имен. Всех перечислить в коротком докладе невозможно, и мы расскажем лишь о нескольких.

  1. Старшая внучка Стефана Мария Павловна Мавромихали, в замужестве Анастасьева, прекрасно образованная, стала основательницей музыкальной жизни Крыма, была в дружбе и творческой переписке со многими выдающимися людьми своего времени (Серовым, Стасовым, Балакиревым и др.). Она была женщиной неописуемой красоты, и, увидев ее на одном балу, император Николай Павлович воскликнул: «Quelle belle race(«Какая прекрасная порода!»).

Ее мужем был генерал-инженер Константин Николаевич Анастасьев (1792 – 1879), сын знатного грека из города Корон, что в свое время подтвердили граф Ф.Г. Орлов и упоминавшийся генерал И.А. Ганнибал. Два сына К.Н. и М.П. Анастасьевых Александр и Виктор тоже дослужились до генеральских чинов. Александр Константинович стал тайным советником, членом Государственного совета империи, лично известным императорам Александру III и Николаю II. Среди родственных им фамилий Джаксоны (англичане), Шкляревичи, Гребенщиковы, Казнаковы, Гербели, Россолимо, Блуменфельды. Актриса М.В Анастасьева из МХАТа – прямая потомица Марии Павловны Мавромихали-Анастасьевой.

  1. Средняя внучка Стефана Александра Павловна Мавромихали была замужем за Ильей Андреевичем Кази (1804 – 1886), из греческой семьи города Модона. И.А. Кази тоже служил на Черноморском флоте, под руководством М.П. Лазарева.

Среди его большого потомства можно увидеть бывшего Севастопольского городского голову и известного кораблестроителя Михаила Ильича Кази, двух адмиралов-мореплавателей Александра и Сергея Ильичей Кази, а также представителей семейств Берхов, Полуботок, Резниченко, Беловодских, Воронцов, баронов Левендалей, Минко, Пац-Помарнацких, Сапожниковых и др. Несколько географических названий на карте мира носят имя Кази.

  1. Младшая внучка Стефана Елена Павловна Мавромихали оказалась замужем за генералом-топографом Иваном Федоровичем Бларамбергом (1800 – 1878). Их потомство составили два сына Павел и Владимир и дочь Елена, в замужестве Апрелева, ставшая известной писательницей. Родители в свое время помогали Т.Г. Шевченко, а дети пользовались вниманием И.Е. Репина. Известны их портреты работы этих художников, выставленные в Третьяковской галерее в Москве и Музее Шевченко в Киеве. Среди их родственников по женским линиям бароны Врангели, греки Газисы, русские Кашерининовы, малороссы Жайворонки.
  2. Каждый третий мужчина из потомства Стефана Мавромихали в императорской России достигал заметных успехов на государственных поприщах. Это довольно высокий уровень, соизмеримый с деятельностью лучших российских дворянских родов.
  3. До революции 1917 года дерево потомков Стефана Мавромихали уверенно разрасталось. В результате революции, гражданской войны и большевистского террора численность потомков уменьшилась почти в два раза. Многие эмигрировали. Сейчас ситуация исправляется, но уровень столетней давности еще не достигнут.
  4. Автор делал подобный доклад в Афинах в 1992 году. Сразу по его завершении ко мне пошел известный современный греческий историк Вайакакос и сказал: «Спасибо за Стефана Мавромихали, а то мы его потеряли!».
  5. Хочу надеяться, что постепенно Стефан Мавромихали возвращается на свое место героя греческой и российской истории. Нашлись и родственники, предки которых были вынуждены расстаться в 1770-х годах. Я обрел семиюродных брата и сестру и имею с ними переписку. Брат живет в городе Каламите, недалеко от Наварина. Колоритен почтовый адрес, по которому я отправляю свои письма:

«Греция. Город Каламита.

Господину Периклису Мавромихали, Улица Мавроминали. Замок Мавромихали».

Наверное, можно было бы писать просто: Греция. Мавромихали.

И письмо дошло бы, ведь греки рождаются со знанием фамилии Мавромихали…

 


Теодора Янници,

кандидат исторических наук,

директор Греческого культурного центра

 

НАВАРИНСКОЕ СРАЖЕНИЕ ГЛАЗАМИ ОЧЕВИДЦА

 

Сегодня много было сказано о Наваринском сражении и его месте в истории Греции, Европы и международной дипломатии. Мне бы хотелось затронуть еще один аспект этой битвы: ее восприятие изнутри одним из участников сражения. Такой подход, как мне кажется, позволяет раскрыть многие очень тонкие грани происходившего, которые подчас ускользают при анализе масштабных исторических процессов и явлений и остаются в тени блеска и славы великолепных побед.

Сделать это позволяют воспоминания непосредственного участника сражения – английского моряка из Глазго, который служил матросом на корабле "Генуя", входившем в состав английской эскадры. Эти воспоминания были изданы в Англии в 1829 г., в 1900 г. свет увидел их перевод на русский язык.  

На мой взгляд, особого внимания в этих воспоминаниях заслуживают два момента. Первый – это описание ужасов войны и огромного человеческого горя, которые являются неизбежными спутниками любого военного триумфа. По силе своего рассказа автор, пожалуй, может поспорить с самыми маститыми создателями современных голливудских блокбастеров. Матросу  на глазах у сослуживцев ядро отрывает голову, "как будто ее отрезали ножом" (стр. 13), юноша 15 лет с оторванной ногой и израненной рукой плачет над телом своего погибшего 14-летнего друга (стр. 13-14), поверхность моря, покрытая сломанными мачтами и реями, за которые цепляются "сотни несчастных, корабли которых взлетели на воздух" (стр. 18), головой вниз висит мичман, который зацепился "внутренностями о стойки для шлюпок" после того, как ядро снесло его с корабля – вот лишь некоторые сцены, происходившие "по ту сторону" величественного боя.  Квинтэссенцией рассказа о человеческих страданиях становится описание корабельного лазарета:

   ...при тусклом свете нескольких фонарей кипела лихорадочная работа: доктор со своими помощниками бинтовали, ампутировали и давали лекарства раненым. Глухие стоны,  фигура доктора и его помощников, их обнаженные руки, запачканные кровью, мертвые и умирающие кругом, одни в предсмертных судорогах, другие кричавшие под ножом операторов, представляли ужасное зрелище человеческих страданий и ужасающий контраст "с блеском и славою победоносной войны" (стр. 16)

Долгожданная победа союзной эскадры также омрачалась открывшимися сценами, которые напоминали участникам битвы о той цене, которую им пришлось заплатить:

Когда я спустился под полупалубу, предо мною предстала сцена побоища, скрытая раньше мраком ночи. Вся верхняя часть палубы была забрызгана кровью и мозгом; куски человеческого мяса прилипли к ней, на огболтах палубы виднелись такие же отвратительные остатки (стр. 27)

Мало напоминали триумфаторов-победителей и уцелевшие матросы:

...невозможно было признать за моих товарищей странное сборище, окружавшее меня. По внешнему виду это были какие-то свирепые разбойники. Все были одеты в штаны и куртки, с платками, повязанными вокруг шеи, с пистолетами за поясом, с палашами, висевшими сбоку. Их лица почернели от пороха и дыма; у многих раненых щепками или обломками дерева был наклеен на щеках пластырь; багровый свет от зарева горевших мусульманских кораблей, падая на эти лица через отверстия иллюминаторов, делал еще сильнее производимое ими впечатление.

 

Второй важный аспект, на мой взгляд, заключается в отчетливом гуманистическом посыле, которым пронизаны воспоминания. Автор приводит немало примеров взаимопомощи и проявления самых светлых братских чувств, которые сослуживцы корабля испытывали по отношению к друг другу. Однако более важным представляется то, что в условиях ужаснейшего кошмара битвы матросам удавалось сохранять человеческое отношение и даже чувство сострадания к своим противникам.

Так, автор восхищается героизмом турецкого флота: "Хотя и велико равнодушие британских моряков к опасности, но с храбростью турок ничто не может сравниться" (стр. 19).

Британский матрос отмечает, что, вопреки ожиданиям, турецкий флот мужественно сражался и не при каких обстоятельствах не хотел отступать:

Судя по тому страшному действию,  которое производил каждый наш залп на изящно разукрашенные борта мусульманского корабля, мы ждали, что они скоро спустят флаг и многие спрашивали: не спустили ли луну со звездой? Но турки были упорны, и никто из них во время действия не спускал флага (стр. 15)

Наконец, интерес представляет и описание мужества, которые проявляли отдельные представители неприятеля:

Матросы с французского фрегата "Альцион" подобрали турка, который, судя по его одежде, занимал известное положение в турецком флоте. Когда его взяли на борт, рука его оказалась совершенно раздробленной и требовала ампутации. Он пошел вниз по трапу с такой непринужденностью и спокойствием, как будто у него не было царапины, и с таким достоинством, как будто французский фрегат был взят им в плен. Он показал доктору свою раздробленную руку и знаками попросил его отнять ее. Доктор не отказал ему в этой любезности и, произведя операцию, забинтовал оставшуюся часть руки. Вернувшись на палубу, турок немедленно же подошел к борту, бросился в воду и поплыл к своему судну, стоявшему вместе с другими против того самого французского фрегата, на борт которого он был взят. Французские матросы, следившие за ним, вскоре увидали, как он, подплывши к кораблю, стал взбираться на него с помощью одной своей руки, но ему не пришлось остаться на нем и нескольких минут: судно взлетело на воздух и, наверное, он погиб в числе других при взрыве (стр. 20).

 

Следует отметить, что примеры оказания помощи противнику, в том числе медицинской, были не единичными. Автор описывает, как, возвращаясь в самый разгар боя на шлюпке к своему кораблю "мы подобрали десяток несчастных утопавших, старавшихся из последних сил удержаться на воде среди орудийного грома и молний ... Много было между ними арапов, но все были магометанами..." (стр. 19).

Представленное описание Наваринского сражение его участником и очевидцем еще раз напоминает нам, что любая война, любые боевые действия, какие бы благородные цели они не преследовали, неизбежно сопряжены с огромным человеческим горем и людскими страданиями. Эти воспоминания еще раз учат нас, что даже в самой сложной ситуации можно и нужно сохранять человеческое лицо и человеческое достоинство. В этом, на мой взгляд, заключается еще один важный гуманистический урок Наваринского сражения, о котором не стоит забывать.

 



[1] Μάρτενς, Φ.Ο., Συλλογή συνθηκών και συμβάσεων, συναφθεισών μεταξύ Ρωσίας και ξένων Δυνάμεων, Αγία Πετρούπολη 1895, τ. ΧΙ, σ. 361.  
[2] Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας κατά τον 19ο – αρχές του 20 ου αι., Μόσχα 1992, Σειρά ΙΙ, τ. VII (XV), σ. 153.
[3] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 4.
[4] Στο ίδιο, σ. 58.
[5] Μπρονέβσκι Β., Η ναυμαχία του Ναυαρίνου της 8ης Οκτωβρίου 1827. Πολεμικό περιοδικό 1829. № 3, σ. 31.
[6] Λάζαρεβ, Μ.Π., Τεκμήρια, Μόσχα 1952, τ. 1, σ. 323.
[7] ΒΠΡ, Σειρά ΙΙ, τ. VII (XV).
[8] Αντριένκο, Β.Γ., Πριν και μετά το Ναυαρίνο, Μόσχα 2002, σ. 162.
[9] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 295.
[10] Memoir of the life of Admiral Sir Edward Codrington. L., 1873. Vol. 2. P. 178-179.
[11] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 75.
[12] Clogg R. The Movement for Greek Independence. 1770-1821. A collection of documents. London and Bastingstoke, 1976. P. XXIII.
[13] Νοβιτσέβ, Α.Ν., Ιστορία της Τουρκίας, Λένινγκραντ 1968, τ. ΙΙ, Μέρος Ι, σ. 159.
[14] Βακαλόπουλου Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1988, τ. Η΄, σ. 502.
  [15] РГАВМФ. Ф. 417. Оп.1. Д. 1083. Л.335об
   [16]Там же,  ЛЛ. 351-353.
[17] Μανουσάκης Γ. Ένας κόσμος σε δυναμική πορέια. Η Κρήτη στις Αρχές του Αιώνα μας. Αθήνα, 1988. σ. 14.
[18] РГАВМФ. Ф.417.О1. Д.1083. Л.Л. 351-352;  Miller W. A History of the Greek People (1821–1921). L. P. 105.
  [19] АВПРИ, Секретный архив министра. Ф.138. Оп.467. Д.737. Л.6
12 Michel of Greece. The Royal House of Greece… P. 31; Stavrianos L. S. The Balkans since 1453. N. Y. P. 95.
 
 
 
 
[21]. РГАВМФ. Ф. 417. Оп. 1. Д. 1083. Л. 366-368.
[22] Соколовская О.В. Русские на Крите… С. 54-55
[23] Εύστοχες παρατηρήσεις στο Ε. Κούκου, Η Ναυμαχία στο Ναυαρίνο, oμιλία στο Α' τοπικό συνέδριο στην Πύλο, 1 - 3 Μαΐου 1998. Η καθηγήτρια Ε. Κούκου ήταν από τους πιο βαθείς μελετητές της ιστορίας του Ι. Καποδίστρια.
[24] Ίδιο Ε. Κούκου.
[25] Φ. Tομαή  Πώς οι Μεγάλες Δυνάμεις φοβήθηκαν την Επανάσταση του 1821, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ της 25.03.2006.
[26] Ε. Κούκου ίδιο.
[27] Β. Σφυρόερα, ομ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών στο άρθρο του Ναυμαχία Ναβαρίνου, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica , σελ.271-272.
[28] Ίδιο Ε. Κούκου.
[29] Ιστοσελίδα www.navy.ru
[30] Ίδιο Ε. Κούκου.
[31] Παλαιό/νέο ημερολόγιο. Όλες οι αναφερόμενες ημερομηνίες είναι του νέου ημερολογίου.
[32] Anderson, Naval wars…, p. 528-9.
[33] Troude, Bataille navales de la France, Vol. 4, p. 240.  Επίσης R. C. Anderson Naval Wars in the Levant 1559-1853, Liverpool University Press, 1952, p. 527.
[34] Καθηγητής ιστορίας στη Ναυτική Ακαδημία Αγίας Πετρούπολης, στο βιβλίο του Έλληνες στην ιστορία της Ρωσίας 18- 19 αι., c. 256-259.
[35] Anderson, Naval wars…, p.527.
[36] The Naval History of Great Britain, tom. 6, London 1859. Βλ. επίσης Περιοδικό ‘Περίπλους’ Ναυτ. Μουσείου Ελλάδος, τεύχος 57, 2006, σελ. 23-26.
[37] Ένα εχθρικό πυρπολικό πλησίασε το Αγγλικό πλοίο "Ντάρτμουθ" και ο κυβερνήτης έστειλε μια λέμβο με λίγους άνδρες για να αναγκάσει το εχθρικό πυρπολικό να απομακρυνθεί. Εκείνοι άρχισαν τότε να πυροβολούν και σκότωσαν το νεαρό Άγγλο υποπλοίαρχο και μερικούς ακόμη άνδρες. Το "Ντάρτμουθ" ανταπέδωσε το πυρ. Η γαλλική ναυαρχίδα "Σειρήν" κτυπήθηκε από την αιγυπτιακή φρεγάτα ´Έσμίνα". Αμέσως ο Γάλλος διοικητής Δεριγνύ διέταξε σφοδρό κανονιοβολισμό κατά της εχθρικής φρεγάτας και σε ελάχιστα λεπτά το πυρ γενικεύθηκε .
[38] Κατά τα  1813-1825 έκανε με ιστιοφόρο τρεις φορές τον γύρω του κόσμου. Κατά τα 1833-1850 ήταν αρχηγός του Στόλου της Βαλτικής και των λιμένων της Μαύρης Θάλασσας. Βλ. ιστοσελίδα  http://www.neva.ru/EXPO96/admir.en.html.
[39] Πρυάχιν  ίδιο.
[40] Ίδια ιστοσελίδα. Επίσης Πρυάχιν ίδιο, όπου περιγράφει ότι από τις τρύπες οι 7 ήσαν στα ύφαλα του πλοίου.
[41] Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.
[42] Ίδιο.
[43] Anderson ίδιο.
[45] Πρυάχιν ίδιο.
[46] Πρυάχιν ίδιο.
[47] Ϊδιο Πρυάχιν.
[48] Η αυτοκρατορική κυβέρνηση τον τίμησε επί πλέον δίνοντας το όνομά του στο Ναυτικό Κολλέγιο της Αγ. Πετρούπολης και θεσπίζοντας το παράσημο της ‘Τάξεως  Ναχίμωφ’ (με δύο βαθμίδες) και το μετάλλιο ‘Ναχίμωφ’ για το προσωπικό του Ναυτικού.
[49] Ιστοσελίδα www.navy.ru, και ίδιο Πρυάχιν
[50] Δ. Γιαννόγλου στο Περιοδικό του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος Περίπλους, τευχ. 59, 2007, σελ. 50.
[51] R.C.Anderson Naval wars in the Levant, p.524. Επίσης στην Ιστοσελίδα http://wiki.phantis.com/index.php/Battle_of_Navarino#Russia_.28Rear_Admiral_Count_Login_Petrovich_van_der_Heiden.29 .
[52] Τρ. Κωνσταντινίδη, Καράβια, Καπεταναίοι και συντροφοναύται (1800-1830), Αθήναι 1954, σελ. 318.
[53] Αναργύρου, Σπετσώτικα, σελ.μγ’.
[54] Κ. Βάρφη, Το Ναυτικό στην Καποδιστριακή περίοδο,  Αθήνα 1994, σελ. 28.
[55] Αντ. Λιγνός, Ιστορία της νήσου Ύδρας, τομ. Β’, σελ. 609-610.
[56] Π. Στάμου, Είναι ο Λ. Κατσώνης δημιουργός του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας?, Πρακτικά συνέδριου 1998 στη Λιβαδειά.
[57] Κ. Βάρφης Το Ναυτικό….,σελ. 28.
[58] Ι. Λαζαρόπουλος, Το Πολεμικό Ναυτικό,σελ.193.
[59] Στ. Παπαγεωργίου, Η στρατιωτική πολιτική του Καποδίστρια, Αιήνα 1986, σελ. 36.
[60] Στ. Παπαγεωργίου ίδιο, σελ. 55.
[61] Γενική Εφημερίς, 2 Νοεμβρίου 1829.
[62] Γενική Εφημερίς, 15 Μαρτίου 1829.
[63] Ι. Λαζαρόπουλος, ίδιο με πάνω, σελ. 209. Επίσης Κ. Βάρφη, ίδιο, σελ. 16.
[64] Σύμφωνα με έκθεση που παρουσίασε ο Α. Μαυροκορδάτος για το ναυτικό στα χρόνια του Καποδίστρια, βλ. Κ. Βάρφη, Το Ναυτικό…., σελ. 17.
[65] S. Howe, An Historical Sketch of the Greek Revolution, New York 1828, p. 33. Επίσης Κ. Βάρφη, ίδιο όπως πάνω, σελ. 35.
[66] Αρχείο Ύδρας, τομ. ΙΓ’, σελ. 214 και Τρ. Κωνσταντινίδη, Το Αρχείον Άστιγγος, Ναυτική Επιθεώρησις, τεύχος 216, 1949.
[67]  Μ. Ραφαήλ, Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, Ορόσημο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, περιοδικό ‘Ναυτική Ελλάς’, Νοέμβριος 1978.
[68] Φρειδερίκη Ταμπάκη-Ιωνά στο Ο φιλελληνισμός του Βίκτωρος Ουγκό, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 13.10.2002.
[69] Φ. Τομαή, Πλοίο διάρκειας η χώρα μου…, στο Λιμάνια του Ελληνισμού, Αθήνα 2004, σελ. 154.
[70] Φ. Τομαή Ίδιο.
[71] Επίσης στον κατάλογο The Russian Navy in photographs from the National Historical Museum in Athens (end o 19th – beginning of the 20th c.), Moscow 1996, p.43.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου