Website counter free counters

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Άλμα εις ήθος και ο ανεκπλήρωτος πατριωτισμός του Κωστη Τσικλητηρα


Ο ανεκπλήρωτος πατριωτισμός







       
ΠΕΡΙΠΟΥ τρεις μήνες πριν από την έναρξη της μεγάλης εξόρμησης του ελληνικού λαού (εκστρατείες 1912-13) που κατέληξε στην έστω και μη πλήρη ολοκλήρωση της αρτιότητας του ελληνικού κράτους, η Ιστορία καταγράφει ένα άλλο προοίμιο της Ελλάδας (αν γράφαμε για μουσική συμφωνία, πρελούδιο - προανάκρουσμα). Μετάλλιο χρυσό στο μήκος χωρίς φόρα και το χάλκινο στο ύψος από τον μεγαλύτερο έλληνα αθλητή του 20ού αιώνα, τον Κωστή Τσικλητήρα. Η επέτειος των 100 χρόνων από εκείνη την εποποιία είναι καλή ευκαιρία να θυμηθούμε και τον «άλλον Τσικλητήρα», με τον αστραφτερό πατριωτισμό και την άδολη πίστη να προσφέρει στη μικρή χώρα του εκτός από τα ολυμπιακά μετάλλια και αυτήν ακόμη τη νεανική ζωή του. (Ηταν τότε 24 ετών.)
***
ΑΠΟ την πρώτη ημέρα που στρατεύτηκε ο Κωστής Τσικλητήρας το συνεχές μέλημά του που κατέληξε σε έναν πυρακτωμένο από τον πατριωτισμό του ανεκπλήρωτο πόθο ήταν να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη ζωή του. Φυσικά το πάθος του αυτό προκαλούσε ευνόητα αισθήματα ανησυχίας και φόβου στους γονείς του (ο πατέρας του ήταν έγκριτος γιατρός της Πύλου), με τους οποίους τηρούσε τακτική αλληλογραφία. Συχνά στα γράμματά του προς τον πατέρα του Ηρακλή Τσικλητήρα εκφράζει τη βαθιά λύπη του γιατί παρέμενε στην Αθήνα, με κάποιες αποστολές στη Λάρισα, στη Λαμία και στο Μέτσοβο αλλά όχι στην πρώτη γραμμή, για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.
***
ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ μάλιστα του πανελλήνιου πυρετού για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης γράφει στον πατέρα του: «Το κατ' εμέ ίσως τας ημέρας αυτάς να αναχωρήσωμεν διά Θεσσαλονίκην ή διά να απελευθερώσουμε κάποιο άλλο μέρος της Μακεδονίας. Ακόμη και διά φρούρησιν καθώς όλοι οι άνδρες του λόχου είναι αγύμναστοι (σ.σ.: Ο Κωστής ήταν λοχίας εκπαιδευτής). Δυστυχώς είχα σταλεί στη Λάρισα για υπηρεσία και έτσι ο λόχος μου έφυγε για το μέτωπο και δεν ήμουν εις Αθήνας». (Σε αρκετές άλλες κρίσιμες για την εκστρατεία ημέρες είναι γεγονός ότι κάποιες «αόρατες χείρες» τον κρατούσαν στα μετόπισθεν.)
***
Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ έρευνα αποδεικνύει ότι αυτές οι «αόρατες χείρες» προστάτευαν, εν αγνοία του, τον ολυμπιονίκη από κάθε κίνδυνο σωματικής βλάβης, πόσω μάλλον και της ζωής του. Οι προϊστάμενοί του είχαν προφανώς λάβει διαταγή άνωθεν να αποκλείουν κάθε σοβαρό κίνδυνο για το ίνδαλμα του έθνους. Στο βάθος ο τότε πρίγκιπας Νικόλαος, ιδιαίτερα θερμός φίλαθλος, και ο πρόεδρος του Πανελληνίου ΓΣ Σπ. Λάμπρος, ισχυρότατος ανήρ των αθλητικών πραγμάτων της εποχής. Η «προστασία» της ζωής του Τσικλητήρα σχετιζόταν και με τη συμμετοχή του στους προσεχείς Ολυμπιακούς του 1916 (Βερολίνο) που τελικά δεν έγιναν λόγω του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.
***
Ο ΤΣΙΚΛΗΤΗΡΑΣ έφερε βαρέως την παραμονή του στην Αθήνα. Σε δύο επιστολές του προς τον πατέρα του γράφει (6 Νοεμβρίου 1912): «Ευρίσκομαι ακόμη εδώ και προσπαθώ συνεχώς να φύγω για το μέτωπο. Αλλά, καθώς φαίνονται τα πράγματα, δεν θέλουν να με στείλουν εις τον πόλεμον. Αυτό το έμαθα από έναν αξιωματικό (σ.σ.: Στο μεταξύ προήχθη σε επιλοχία). Δεν κάνω άλλη δουλειά παρά να γυμνάζω τους νεοσύλλεκτους. "Είσαι πολύ καλός" μου λένε οι αξιωματικοί. Προσπαθώ να πάω εις Θεσσαλονίκη (σ.σ.: όπου υπηρετούσε ο αδελφός του, μια ατίθαση μορφή). Και στην άλλη επιστολή έγραφε: «Φαίνεται ότι είναι αδύνατον να πολεμήσω. Τους είπα να με στείλουν, έστω, εις το επιτελείο του διαδόχου. Επί ματαίω».
***
ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ του «κουραμπιέ» (έτσι αποκαλούσαν περιφρονητικά όσους έμεναν πίσω στην Αθήνα) την απεχθανόταν. Και σε άλλη επιστολή του, στη μητέρα του (11 Νοεμβρίου 1912): «Με έκαναν επιλοχία του σιτιστή του λόχου και ως εκ τούτου θα είμαι εκτός μάχης... Οι παρακλήσεις σου προς τον Θεόν εισηκούσθησαν... Από όπου υπάγομεν θα σας γράφω. Εδώ εις τας Αθήνας ήμουν καταστενοχωρημένος διότι με γνωρίζουν όλοι και μου λέγουν "εσύ είσαι ακόμη εδώ;". Ητο μεγάλη ντροπή για μένα».
***
Η ΜΟΙΡΑ επεφύλαξε τραγικό τέλος στον ήρωα ολυμπιονίκη των τεσσάρων μεταλλίων (1908 Λονδίνο και 1912 Στοκχόλμη). Στις 10 Φεβρουαρίου 1913, διαρκούντος ακόμη του απελευθερωτικού αγώνα, προσεβλήθη από μηνιγγίτιδα και πέθανε στον «Ευαγγελισμό» παρά τις προσπάθειες (με πενιχρά μέσα) του καθηγητή του πανεπιστημίου Σπ. Λιβιεράτου και των γιατρών της κλινικής του. Ετσι ο διακαής πόθος του δεν δικαιώθηκε, αλλά επισφραγίστηκε με το απαράμιλλο ήθος και τον γνήσιο πατριωτισμό του ολυμπιονίκη επιλοχία... (Θερμές ευχαριστίες στον επί τιμή σύμβουλο Επικρατείας κ. Ηρακλή Τσικλητήρα, ανιψιό του, για τη διάθεση του πολύτιμου αρχείου του.)
http://el.metapedia.org/wiki/%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82


https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82

«Ντρέπομαι να φύγω από το μέτωπο». Η άρνηση του ολυμπιονίκη Κωστή Τσικλητήρα να πάει στα μετόπισθεν για να σωθεί η ζωή του στο Βαλκανικό πόλεμο κατά των Τούρκων. Τελικά πέθανε από μηνιγγίτιδα

τσ

Ο Ολυμπιονίκης Κώστας Τσικλητήρας δόξασε την Ελλάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σουηδίας, στις 25 Ιουνίου του 1912, όταν πήρε το χρυσό μετάλλιο στο μήκος άνευ φοράς. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, ο κόσμος τον υποδέχτηκε θριαμβευτικά. Τον παρέλαβαν απ’ το σταθμό του τρένου και τον συνόδευσαν μέχρι το γήπεδο του Πανελληνίου, στο Πεδίον του Άρεως. Ο Κωστής όμως δεν πρόλαβε να χαρεί το θρίαμβό του.
Λίγους μήνες μετά την επιστροφή του, ξέσπασε ο Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος.
Χιλιάδες Έλληνες κατετάγησαν στο στρατό και ακόμη περισσότεροι ομογενείς ήρθαν ως εθελοντές.
Κόσμος ερχόταν από την Αμερική, για να συμμετάσχει στον πατριωτικό αγώνα.
Από αυτή την προσπάθεια δεν μπορούσε να λείπει το αγαπημένο παιδί της Ελλάδας, ο χρυσός Ολυμπιονίκης Κωστής Τσικλητήρας.
Κατατάχτηκε αμέσως, με μεγάλο ζήλο. Δεν έβλεπε την ώρα να υπηρετήσει στο μεγάλο απελευθερωτικό αγώνα.
Ο Τσικλητήρας σε αγώνες
Ο Τσικλητήρας σε αγώνες
Όμως οι ανώτεροί του δεν ήταν  διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν τη ζωή ενός ινδάλματος του ελληνικού λαού.
Το 1916 θα διεξάγονταν πάλι Ολυμπιακοί Αγώνες και η ελληνική κυβέρνηση προόριζε τον Τσικλητήρα για άλλο ένα χρυσό μετάλλιο.
τσικληΔεν μπορούσαν να θυσιάσουν ένα σπουδαίο ταλέντο, ένα από τα ελάχιστα που είχε η Ελλάδα, στο πεδίο της μάχης.
Οι εντολές έρχονταν από τον Πρίγκιπα Νικόλαο.
Προσπάθησαν να τον στείλουν στα μετόπισθεν για να μην κινδυνεύσει η ζωή του.
Ο Κωστής δεν υπάκουσε. Ντρεπόταν να μείνει πίσω όταν τ΄ αδέλφια του ήταν στο μέτωπο.
Ήθελε να πολεμήσει για την πατρίδα του και το φώναζε με κάθε τρόπο.
Αρνήθηκε να γυρίσει στην Αθήνα, αλλά δεν κατάφερε να πολεμήσει.
Οι αξιωματικοί τον τοποθετούσαν πάντα μακριά απ’ τη μάχη.
Του ανέθεταν να συνοδεύει αιχμαλώτους και όποια άλλη δουλειά εξασφάλιζε την απουσία του απ’ το μέτωπο.
Η οικογένειά του ανησυχούσε και τον συμβούλευε να δεχτεί τις συστάσεις των αξιωματικών και να γυρίσει στην Αθήνα.
Μέχρι και ο Μπενάκης, που ήταν φίλος της οικογένειας Τσικλητήρα, του είχε προτείνει να εργαστεί στις επιχειρήσεις του στην Αίγυπτο, για να τον κρατήσει μακριά απ’ τον πόλεμο.

Σε γράμμα προς τη μητέρα του, ο Κωστής εκμυστηρεύτηκε γι’ άλλη μια φορά,  ότι ντρεπόταν να γυρίσει στην Αθήνα.
Ο κόσμος τον αναγνώριζε και τον ρωτούσε γιατί δεν ήταν στο πεδίο της μάχης.
Με σχετική ειρωνεία σχολίασε ότι οι ευχές της μητέρας του εισακούστηκαν, γιατί τον έκαναν λοχία σιτιστή και αυτό σήμαινε ότι θα έμενε μακριά απ’ τον κίνδυνο.
Δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με τις εξελίξεις. Ένιωθε ότι είχε χρέος να υπηρετήσει την πατρίδα του και τον προσέβαλε η συμπεριφορά των ανώτερων.
Δεν ήθελε να του φέρονται διαφορετικά επειδή ήταν Ολυμπιονίκης.
Το Δεκέμβριο ο Κωστής Τσικλητήρας αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα. Με βαριά καρδιά είχε υπακούσει τις εντολές, γιατί οι γονείς του κόντευαν να τρελαθούν απ’ την έγνοια τους.
Όμως ήταν πολύ αργά.  Ο Κωστής είχε ήδη προσβληθεί από το μικρόβιο της μηνιγγίτιδας.  Αρρώστησε βαριά και πέθανε στις 10 Φεβρουαρίου. Ήταν μόλις 25 ετών.
τσικλ
O Τσικλητήρας τάφηκε στο Α΄ νεκροταφείο Πατρών. Πάνω στην πλάκα τοποθετήθηκαν οι πέντε κύκλοι, το έμβλημα των Ολυμπιακών αγώνων.
Το 1963 διοργανώθηκαν για πρώτη φορά οι Αγώνες Στίβου Τσικλητήρεια που φέρουν το όνομα του αθλητή.
Κωστής Τσικλητήρας, ο ήρωας ολυμπιονίκης μας



Κωστής Τσικλητήρας, ο ήρωας ολυμπιονίκης μας
Άλμα εις ήθος
Ο Κωστής Τσικλητήρας δεν είναι ο μόνος ολυμπιονίκης που μπήκε στο στράτευμα, ήταν όμως ο μόνος που θέλησε να πολεμήσει. Ο ήρωας των Αγώνων της Στοκχόλμης και των Βαλκανικών Πολέμων πέθανε στα 25 του χρόνια, λίγους μήνες μετά τις μεγαλειώδεις νίκες του.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΜΑΓΚΛΙΝΗ


Ο Κωστής Τσικλητήρας στο Ολυμπιακό Στάδιο της Στοκχόλμης το 1912,
 όταν κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στο μήκος άνευ φοράς,



Αθήνα, 18 Σεπτεμβρίου 1912. Αναστάτωση επικρατεί στη συννεφιασμένη, υγρή από τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου, πρωτεύουσα. Την προηγουμένη είχε υπογραφεί το διάταγμα της γενικής επιστράτευσης. Λίγες ημέρες πριν, η Τουρκία είχε κηρύξει επιστράτευση των στρατιωτικών της σωμάτων στη Θράκη, για να ακολουθήσουν η Σερβία και η Βουλγαρία. Τελευταία έμεινε η Ελλάδα. Τα Βαλκάνια μυρίζουν μπαρούτι.
Αλλά οι Αθηναίοι μοιάζουν διστακτικοί - θυμούνται ακόμα τον καταστροφικό πόλεμο του 1897, οπότε ο σκεπτικισμός περισσεύει. Ωστόσο, τα στρατιωτικά γυμνάσια ξεκινούν, οι έφεδροι παρουσιάζονται στις μονάδες τους, ενώ οι Γάλλοι εκπαιδευτές του ελληνικού στρατού επιθεωρούν τμήματα στο Γουδί. Τα θορυβώδη φλας των φωτογραφικών μηχανών της εποχής καίγονται αφήνοντας έναν μικρό λευκό καπνό: είναι οι φαντάροι με τις φρεσκοσιδερωμένες στολές που βγάζουν αναμνηστικές φωτογραφίες στο Ζάππειο. Μια φωτογραφία απεικονίζει στρατιωτικά τμήματα να παρελαύνουν στην οδό Πανεπιστημίου. Μέσα στο πλήθος βρίσκεται και ένας ψηλός, ευθυτενής εικοσιτετράχρονος νεαρός, τραπεζικός υπάλληλος στο επάγγελμα, με αθλητικό σώμα. Ο κόσμος δεν τον αναγνωρίζει, μολονότι έξι μήνες πιο πριν τον είχε σηκώσει στους ώμους έξω από το Σταθμό Λαρίσης.
Ο Κωστής Τσικλητήρας, διότι περί αυτού πρόκειται, είχε τότε επιστρέψει με δυο μετάλλια από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης και ο αθηναϊκός λαός του είχε επιφυλάξει υποδοχή ήρωα. Ήταν τότε που ο Γεώργιος Σουρής έγραψε στον «Ρωμιό»: «Τι χαρά που πήρα για τον νέον Τσικλητήρα».

 Άλμα σε τρεις φάσεις. Στο μήκος άνευ φοράς ο αθλητής πηδούσε και εκτινασσόταν προς τα εμπρός χρησιμοποιώντας και τα δυο πόδια του. Ο Τσικλητήρας κέρδισε το τελευταίο ολυμπιακό μετάλλιο στο άθλημα που καταργήθηκε μετά το 1912.


Όλα αυτά όμως μοιάζουν μακρινά για τον αγγλομαθή και γαλλομαθή οικονομολόγο και βετεράνο πρωταθλητή: στα δικά του μάτια οι πραγματικοί ήρωες είναι οι νεαροί με τις στολές και τα όπλα που παρελαύνουν μπροστά του. Δεν μπορεί εκείνος να μείνει εκτός. Στο κάτω-κάτω, είναι ένας ολυμπιονίκης. Οφείλει να δώσει το σωστό παράδειγμα. Η δελεαστική πρόταση, λίγο καιρό πριν, του Εμμανουήλ Μπενάκη να αναλάβει τις επιχειρήσεις του στην Αίγυπτο δεν τον εμποδίζει από το να πάρει την οριστική του απόφαση. Σπεύδει στο στρατολογικό γραφείο του 9ου Συντάγματος Πεζικού. Η τελική του κατάταξη θα τον οδηγήσει στον 8ο Λόχο του 9ου Συντάγματος Πεζικού, όπου και θα λάβει το βαθμό του λοχία.
Ο διοικητής του τον ενημερώνει ότι μπορεί να τοποθετηθεί σε θέση γραφείου στα μετόπισθεν. Ο νεαρός Τσικλητήρας αρνείται: δεν θέλει να κατηγορηθεί για άνιση μεταχείριση. Ακολουθεί τα άλλα τμήματα της μονάδας του για την πρώτη γραμμή.


Κατά την επιβίβασή του στο ατμόπλοιο για να μεταφερθεί στο Μέτωπο μαζί με τους άλλους στρατιώτες, θα πρέπει να θυμήθηκε ότι από αυτό το λιμάνι, πριν από λίγους μήνες, ο ποιητής Σπύρος Ματσούκας του είχε παραδώσει την ελληνική σημαία ανακοινώνοντας του ότι θα ήταν σημαιοφόρος στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Στοκχόλμης.
Δεν του περνάει από το νου ότι μπορεί να μην ξαναδεί την Αθήνα - πολύ περισσότερο την Πύλο, τον γενέθλιο τόπο του. Καθώς το πλοίο σαλπάρει, διακρίνει δεμένα στο λιμάνι τα άλογα του Ιππικού, έτοιμα και αυτά προς επιβίβαση σε κάποιο από τα επόμενα πλοία. Ο νους του τρέχει τότε στα άλογα της Πύλου, εκείνα που έδεναν ανά δύο ή και τρία για να πάρει φόρα και να πηδήσει από πάνω τους. Τα κατάφερνε και οι συγχωριανοί ζητωκραύγαζαν. Ο γιος της αρχοντικής οικογένειας της πόλης δεν έχει ησυχία: συμμετέχει σε όλα τα αυτοσχέδια αθλήματα που στήνονται στα πανηγύρια της περιοχής. Και όταν επιστρέφει στο σπίτι του, δεν μπαίνει ποτέ από την κεντρική είσοδο: προτιμά να πηδήσει πάνω από τη μάντρα.
 Με τα αδέλφια Μπεν και Πλατ Ανταμς, μεγάλους αντιπάλους του στη Στοκχόλμη


Κάποιοι γνωρίζουν πάνω στο πλοίο ποιον έχουν ανάμεσα τους. Ένας οπλίτης σπεύδει να τον χαιρετήσει. Τον θυμάται, λέει, από τον Πανελλήνιο, είχαν τον ίδιο προπονητή, τον Καρβελλά. Ήταν αυτός που μαζί με τον Αθανάσιο Λευκαδίτη έπεισαν τον Τσικλητήρα να ασχοληθεί αποκλειστικά με τα άλματα εις μήκος και εις ύψος άνευ φοράς. Ο Τσικλητήρας είχε ύψος 1.90 μ., διέθετε θαυμάσια αλτικότητα, η οποία οφειλόταν στα δυνατά του πόδια και στο έξοχο σπάσιμο της μέσης του. Ωστόσο, εκείνος δεν περιορίστηκε στο μήκος. Περιστασιακά συμμετέχει σε προπονήσεις υδατοσφαίρισης, ακόμα πιο συχνά τού αρέσει να πετάει το ακόντιο, επιδίδεται στην πάλη, ενώ του τραβάει το ενδιαφέρον το νέο ακόμα τότε άθλημα του ποδοσφαίρου. Πιο πολύ απ' όλα τον συγκινεί η θέση του τερματοφύλακα. Δεν του αρέσει να κομπάζει -υπήρξε πάντα διακριτικός και ευγενής- αλλά, ναι, έπαιξε έστω και για λίγο ως βασικός τερματοφύλακας του Ποδοσφαιρικού Ομίλου Αθηνών, με το που ιδρύθηκε το 1908, του συλλόγου που λίγο αργότερα θα μετονομαζόταν σε Παναθηναϊκός.

 Ο Κωστής Τσικλητήρας υπήρξε και τερματοφύλακας του Παναθηναϊκού


Την περίοδο που ο Τσικλητήρας οδεύει  προς το Μέτωπο, η Ελλάδα βρίσκεται πλέον και επίσημα σε εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία. Από το πρωί της 5ης Οκτωβρίου, τέσσερις πλήρους συνθέσεως ελληνικές μεραρχίες συγκεντρώνονται στη Θεσσαλία από Δελέρια έως Τσιότι, παραβιάζοντας συγχρόνως την τότε ελληνοτουρκική μεθόριο. Ο Τσικλητήρας αναλαμβάνει την ειδικότητα του συνοδού αιχμαλώτων, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή και κάθε τόσο συνοδεύει Τούρκους αιχμαλώτους στα μετόπισθεν για ανάκριση και αμέσως μετά επιστρέφει στο Μέτωπο. Είναι ταχύς, ευέλικτος, αποφεύγει τα πολλά λόγια και υπακούει «στας διαταγάς».
Καθώς μπαίνει ο χειμώνας, το κρύο δυναμώνει, οι νεκροί και οι τραυματίες αυξάνονται , αλλά ο νους του λοχία Τσικλητήρα ξεκουράζεται όταν θυμάται εκείνο τον τρομερό αθλητή, τον ανίκητο Αμερικανό Ρέι Γιούρι, τον επονομαζόμενο «άνθρωπο καουτσούκ». Τον συνάντησε για πρώτη φορά στη Μεσολυμπιάδα των Αθηνών. Ο Γιούρι, τριάντα επτά ετών ήδη τότε, ήταν χρυσός ολυμπιονίκης στο Παρίσι το 1900, στο Σεντ Λούις το 1904, ενώ θα κέρδιζε άλλο ένα χρυσό και στην Αθήνα, στο Παναθηναϊκό Στάδιο το 1906, στο μήκος και το ύψος. Ο Τσικλητήρας παρακολουθεί την κίνηση αυτού του φοβερού αθλητή και πεισμώνει. Ένα χρόνο αργότερα, το 1907, όταν θα λάβει μέρος στους Πανιώνιους Αγώνες της Σμύρνης, στο άλμα εις ύψος θα καταφέρει επίδοση 1,65 μ., στο ύψος άνευ φοράς 1,40 μ. και στο μήκος άνευ φοράς 3,25 μέτρα. Γνωρίζει την αποθέωση και του απονέμεται ο Χρυσός Σταυρός του Πανιωνίου.

 Ο Κωστής Τσικλητήρας σε επίσημο πορτρέτο 
λίγο μετά τους Ολυμπιακούς του Λονδίνου.


Θα ξανασυναντήσει τον Γιούρι το 1908, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου. Εκεί θα τον συναγωνιστεί στα ίσα, μα δεν θα κατορθώσει να τον νικήσει. Ωστόσο, ο Τσικλητήρας θα κερδίσει δύο αργυρά μετάλλια.
Αναμνήσεις όλα αυτά. Τώρα προέχει ο πόλεμος. Ο Τσικλητήρας γράφει στους δικούς του, περιγράφει τις συνθήκες της ζωής στο Μέτωπο και δηλώνει την πιοτί του στην τελική νίκη. Πάντα τού άρεσε να γράφει επιστολές στους δικούς του. «Το φέρω πολύ βαρέως που έχασα», είχε γράψει επιστρέφοντας από το Λονδίνο. «Μα ήταν η πρώτη φορά που αγωνιζόμουν σε ξένη χώρα και είναι αλήθεια ότι σάστισα μόλις βρέθηκα στο στάδιο του Λονδίνου, ασφυκτικώς γεμάτο και ανάμεσα σε πανύψηλους συναθλητάς μου Αμερικανούς και Σουηδούς. Τώρα επήρα θάρρος, θα επιδοθώ με μεγαλύτερο ζήλο και είμαι βέβαιος ότι θα γίνω πρώτος ολυμπιονίκης».
Σε εκείνη την Ολυμπιάδα, ανταποκριτής της εφημερίδας «Χρόνος» ήταν ο συγγραφέας Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο οποίος μας έχει αφήσει και μια εκπληκτική περιγραφή: «...σώμα υψηλόν, λεπτόν, καλογραμμένο. Εις το σχέδιον του μελαχρινού προσώπου του, των μήλων, των ματιών, των χειλέων, του πώγωνος, νομίζεις ότι επέρασεν ελαφρώς ολίγον κοντύλι Γύζη. Από πάνω ώς κάτω ο νέος αυτός έχει ευγενεστάτην γραμμήν. Μελαχρινός, πολύ υψηλός σχετικώς με την νεότητα του, πόδια μεγάλα και λαστιχένια, ως σκύλου πόιντερ, σύμμετρον και χαριτωμένον σύνολον.


»Το μόνον μειονέκτημα του είναι ότι δεν έχει, ακόμη, την αθλητικήν ανάπτυξιν που του χρειάζεται. Πολύ ολίγον έχει γυμνασθεί και είναι μάλλον αδύνατος. Αλλά η νίκη του εις το αγγλικόν στάδιον του έδειξε τον δρόμον και είναι αρκετά έξυπνος ώστε να μην τον χάσει. Από τώρα και εις το εξής πρέπει να ζει διαρκώς μέσα εις τα γυμναστήρια».
Ο χειμώνας του 1912-13 είναι βαρύς. Ο Έλληνας ολυμπιονίκης και λοχίας αντέχει ακόμα. Όπως και όλοι οι άλλοι Έλληνες στρατιώτες, έχει στο νου του μία λέξη πλέον: Μπιζάνι. Ένα ύψωμα που δεσπόζει στο δρόμο που οδηγεί από την Άρτα και την Πρέβεζα στα Ιωάννινα. Όποιος επιχειρήσει να μπει στην πρωτεύουσα της Ηπείρου θα πρέπει να έχει θέσει υπό τον έλεγχο του το Μπιζάνι. Γι' αυτό και το συγκεκριμένο ύψωμα οι Τούρκοι έχουν άριστα οχυρώσει, με τη συνδρομή και του γερμανικού στρατού. Ήταν ακρογωνιαίος λίθος του ηπειρωτικού φρουριακού συγκροτήματος των Τούρκων. Σε αυτό το ύψωμα κονταροχτυπήθηκαν Έλληνες και Τούρκοι επί τρεις παγωμένους μήνες. «Ο λαϊκός μύθος το ήθελε αιματοποτισμένο, κατάσπαρτο από πτώματα και τυλιγμένο στα χιόνια», γράφει ο Σόλων Γρηγοριάδης. «Σκληρό σαν γρανίτη, παγερό και ανθρωποκτόνο. Και ήταν».
Ο Τσικλητήρας, ο αθλητής που λίγο πριν αναχωρήσει για τη Στοκχόλμη είχε ισοφαρίσει το παγκόσμιο ρεκόρ στο μήκος άνευ φοράς με επίδοση 3,47 μέτρα στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Στίβου στο Παναθηναϊκό Στάδιο, κάμπτεται για πρώτη φορά στις αρχές του 1913 και ενώ μαίνεται η πολιορκία του Μπιζανίου. Προσβάλλεται από μικρόβιο μηνιγγίτιδας, ανεβάζει πυρετό και παραληρεί. Κάποιοι λένε ότι μέσα στο παραμιλητό του «ταξίδευε» πότε στη Στοκχόλμη και πότε στην Πύλο της παιδικής ηλικίας.


Η Στοκχόλμη! Ο Γιούρι, που είχε αποσυρθεί πια, δικαίως τον έχρισε διάδοχο του. Ο Τσικλητήρας δεν είχε εύκολο έργο, καθώς αντιμετώπισε δύο άλλους εξαιρετικούς Αμερικανούς αθλητές, τα αδέλφια Πλατ και Μπεν Ανταμς. Χρειάστηκε να πασχίσει πολύ μέχρι να κερδίσει στο μήκος άνευ φοράς με επίδοση 3,37 μέτρα, έναντι 3,36 του Πλατ Ανταμς και 3,2 6 του αδελφού του. Στο ύψος ηττήθηκε (κατετάγη 3ος πίσω από τους δύο Αμερικανούς - χάλκινο δηλαδή, διόλου άσχημα), ωστόσο, το χρυσό ήταν γεγονός και, όπως σημειώνει ο ιστορικός των Ολυμπιακών Αγώνων Ευάγγελος Φιλίππου, ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή κυριαρχία μετά την αμερικανική στα αγωνίσματα που είχαν διεξαχθεί έως τότε.
Αλλά και το χρυσό και το χάλκινο μετάλλιο είναι πια και αυτά αναμνήσεις. Όπως γράφει η Γιώτα Κουνάλη στο άρθρο της «Ο άγνωστος Τσικλητήρας», ο πρίγκιπας Νικόλαος έδωσε εντολή για άμεση μεταφορά του αρρώστου στην πρωτεύουσα. Αλλά είναι πια αργά: στις 10 Φεβρουαρίου 1913 ο 25χρονος Έλληνας ολυμπιονίκης θα ξεψυχήσει. Χιλιάδες Αθηναίων τον συνοδεύουν στην τελευταία του κατοικία, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που μόλις λίγου ς μήνες πιο πριν τον υποδέχονταν με λουλούδια και τον σήκωναν στα χέρια.
Η κληρονομιά του Τσικλητήρα δεν χάθηκε. Το 1963, ο Πανελλήνιος, ο σύλλογος που τον ανέδειξε, τίμησε τη μνήμη του με τα «Τσικλητήρεια», ένα μίτινγκ στίβου που έχει μετονομαστεί σε Athens Grand Prix Tsiklitira.
Το σπίτι-μουσείο του Τσικλητήρα στην Πύλο. Εντυπωσιάζει πραγματικά το ύψος της μάντρας που πηδούσε καθημερινά ο νεαρός Κωστής για να μπει και να βγει από το σπίτι

Όπως ο Κέιντου Ορσον Ουέλς θυμόταν στα τελευταία του το παιδικό του έλκηθρο, λέγεται ότι ο Τσικλητήρας μιλούσε συνεχώς για την Πύλο. Να ονειρευόταν τη μάντρα της οικογενειακής εστίας; Γιατί όχι; Στο αναστηλωμένο σήμερα πατρικό του στην Πύλο, όσοι το γνωρίζουν κοντοστέκονται και χαζεύουν αυτήν ακριβώς τη μάντρα, τον παιδικό παράδεισο του Κωστή Τσικλητήρα.

 Ο Τάφος της οικογένειας Τσικλητήρα στο Α κοιμητήριο Πάτρας, από αριστερά Λεωνίδας αθλητής του Παναχαϊκού(Παναχαϊκής) (Στίβος, Αθήνα 1896), Κωνσταντίνος με 7 ολυμπιακά μετάλλια αθλητής του Πανελληνίου (Στίβος, Λονδίνο 1908, Στοκχόλμη 1912), και Σπύρος αθλητής κολύμβησης πανελληνιονίκης και ρέκορντμαν του ΝΟ Πατρών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου