Website counter free counters

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

Παναγιώτης Στούπας




Παναγιώτης Στούπας Έλληνας αξιωματικός, θρυλική που με το βαθμό του Ταγματάρχη εξ Εφέδρων υπηρέτησε στα Τάγματα Ασφαλείας, γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1894 στο χωριό Λεύκη [Μουζούστα], τέσσερα χιλιόμετρα νότια των Γαργαλιάνων στα Δυτικά του Νομού Μεσσηνίας και αυτοκτόνησε με βολή περιστρόφου στις 24 Σεπτεμβρίου 1944 μέσα στο κάστρο της Πύλου.Πατέρας του Παναγιώτη, που είχε τρεις αδελφές, μεταξύ τους την Κωνσταντίνα, κι έναν αδελφό, τον Διονύση, ήταν ο ιερέας της Λεύκης παπα-Σπύρος Στούπας. Ο Παναγιώτης Στούπας κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό το 1914 προκειμένου να υπηρετήσει τη θητεία του, όμως το 1916 μονιμοποιήθηκε με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Πεζικού. Συμμετείχε και πολέμησε στη Μικρασιατική εκστρατεία, στη διάρκεια της οποίας τραυματίστηκε εξαιρετικά σοβαρά, κι έκτοτε έζησε ως το τέλος του βίου μ' ένα βλήμα σφηνωμένο στο κορμί του. Στις 21 προς 22 Οκτωβρίου 1923 συμμετείχε στο Κίνημα των Υποστρατήγων Παναγιώτη Γαργαλίδη, Γεωργίου Λεοναρδόπουλου και του Συνταγματάρχη Γεωργίου Ζήρα. Στη συνέχεια και μετά την καταστολή του κινήματος αποτάχθηκε από το Στρατό ως υποστηρικτής του θεσμού της Βασιλείας με το βαθμό του Υπολοχαγού. Την ίδια εποχή εγκαταστάθηκε στη Θράκη, όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο ξυλείας. Το 1925 προήχθη σε Λοχαγό και το 1935 στο βαθμό του Ταγματάρχη εξ εφέδρων. Ήταν ήπιων τόνων και αγαθού χαρακτήρος, αλλά σφοδρός πολέμιος του κομμουνισμού.Ο Στούπας συμμετείχε μετά από δική του αίτηση στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 και κατατάχθηκε εθελοντικά στην πρώτη γραμμή του μετώπου, όπου πολέμησε υπό τις διαταγές του Συνταγματάρχη Διονύσιο Παπαδόγκωνα, που διοικούσε το Σύνταγμα Κρήτης, με το οποίο κατέλαβε την Τρεμπεσίνα. Μετά την κατάρρευση του Μετώπου τον Απρίλιο του 1941, το σύνταγμα του Διονυσίου Παπαδόγγονα ήταν το μόνο που επέστρεψε συντεταγμένα στα μετόπισθεν. Ο Στούπας αρχικά επέστρεψε στη Θράκη, όμως σύντομα την εγκατέλειψε καθώς η περιοχή είχε παραδοθεί από τους Γερμανούς στη δικαιοδοσία των Βουλγαρικών στρατευμάτων κατοχής και διέφυγε στη Νότια Ελλάδα, όπου μαζί με την οικογένεια του εγκαταστάθηκε στη γενέτειρα του, στο πατρικό του σπίτι, κοντά στον παπά-Σπύρο Στούπα, τον πατέρα του και τη μητέρα του. Στη Μεσσηνία υπήρχαν πολλοί Κρήτες στρατιώτες που αποκόπηκαν και παρέμειναν στην Ηπειρωτική Ελλάδα και ο Στούπας τους βοήθησε να επιβιώσουν, μοιράζοντας τους στις οικογένειες των συγχωριανών του. Ο Στούπας ασχολήθηκε ενεργά μέ την τροφοδοσία καί την απόκρυψη Βρετανών στρατιωτών και στα μέσα του 1942, μετά από προηγούμενη συνεννόηση, πήγε στη Νεάπολη Λακωνίας, απ’ όπου, σύμφωνα με το σχέδιο, υποβρύχιο θα τον περνούσε μαζί με άλλους στην Αίγυπτο, όμως το σχέδιο είχε προδόθηκε και πριν φανεί το υποβρύχιο παρουσιάστηκαν Ιταλοί στρατιώτες. Ο Στούπας κατόρθωσε να διαφύγει τη σύλληψη και επέστρεψε στη Λεύκη.Ο Στούπας ξεκίνησε την αντιστασιακή του δράση με δική του ομάδα ανταρτών στα βουνά της Μάλης, στην ορεινή Τριφυλία, μετά από πρόσκληση του Βρετανού ταγματάρχη Reed, συνδέσμου αξιωματικού του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής. Με τον Τάκη Κάππο καί 2-3 ακόμη συντρόφους, ο Στούπας εξερεύνησε την περιοχή της Ορεινής Τριφυλίας και δημιούργησε την Εθνική Ομάδα Αντιστάσεως (Ε.Ο.Α.). Η Ομάδα έλαβε μεγάλη υλική βοήθεια από τόν Γιάννη Ζόμπολα, ιδιοκτήτη εργοστασίου ποτών στους Γαργαλιάνους. Η ομάδα του, με δύναμη γύρω στους 50 αντάρτες αποτελούσε τμήμα της μεγάλης Αντιστασιακής Οργανώσεως Ελληνικός Στρατός [Ε.Σ.]. Στίς 31 Μαΐου 1943, η Ε.Ο.Α. του Στούπα έλαβε πολεμικό υλικό από τον Reed στα Πλατάνια της Ολυμπίας. Ο ταγματάρχης Reed ζήτησε από τον Στούπα να εξακριβώσει τα οχυρωματικά έργα των κατοχικών δυνάμεων στο νησί της Σφακτηρίας, όπου ο Στούπας κρυφά, με τη συνοδεία του Γιάννη Βραχνού από το κοντινό χωριό Ρωμανού, και όταν επέστρεψε παρέδωσε στον Reed σχέδιο των οχυρώσεων. Ο Στούπας, με ενδιάμεσο τον Γιάννη Ζόμπολα, λίγες ημέρες πριν την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, ήρθε σε συμφωνία με τον Ιταλό διοικητή της Κυπαρισσίας. Ο Τάκης Κάππος κι ο Χρήστος Βαρβαρίγος πήγαν στην Κυπαρισσία και οδήγησαν 27 Ιταλούς στρατιώτες στη Μάλη. Από την Ιταλική φρουρά οι άνδρες του Στούπα πήραν και αρκετά υλικά, μεταξύ των όποιων και έναν ασύρματο, όμως παρέλειψαν να πάρουν κάποια σημαντικά εξαρτήματα και ο ασύρματος τους ήταν άχρηστος. Με τη διάλυση του Ελληνικού Στρατού από τον ΕΛΑΣ, το διάστημα Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1943, ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ Ναπολέων Παπαγιαννόπουλος, απαίτησε από τον Στούπα να μπει στον ΕΛΑΣ, υπό τις διαταγές του ως διμοιρίτης, ή να διαλύσει την Ομάδα του και να παρουσιαστεί ο ίδιος στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ, στο Δυρράχι Αρκαδίας. Ο Στούπας, μετά το τελεσίγραφο, οδήγησε την Ομάδα του στο χωριό Μουζάκι, όπου έδωσε την εντολή διαλύσεως και επέστρεψε στη Λεύκη.
Κατά τη διάλυση της ομάδας του και για να αφεθεί ελεύθερος, είχε υποσχεθεί να παρουσιαστεί στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ, την οποία δεν τήρησε κι έτσι με εντολή της Νομαρχιακής Επιτροπής Μεσσηνίας του ΕΑΜ, στις 10 Οκτωβρίου 1943, δύο λόχοι του ΕΛΑΣ, εφεδρικοί της περιοχής και Πολιτοφύλακες, ένα σύνολο πάνω από 200 άνδρες, κύκλωσαν τη Λεύκη για να τον συλλάβουν, όμως ο Στούπας τους είχε στήσει ενέδρα με 10 συντρόφους του, οι πιο πολλοί από τους οποίους ήταν συγγενείς του. Στη μάχη που ακολούθησε, ο ΕΛΑΣ δολοφόνησε τρεις συντρόφους του Στούπα, εκ των οποίων ο ένας, ο Χρήστος Μιχαϊλάκης, ήταν από τους εκ Κρήτης στρατιώτες του, που πίστεψαν τις υποσχέσεις των ανταρτών ότι δεν θα τους πειράξουν και παραδόθηκαν, καθώς και τρεις αθώους χωρικούς. Στη συνέχεια έκαψαν το πατρικό σπίτι του Στούπα και άλλα εννέα σπίτια του χωριού. Οι απώλειες του ΕΛΑΣ ήταν 18-20 νεκροί και αρκετοί τραυματίες, οι περισσότεροι από το χέρι του Στούπα, που η σκοπευτική του ικανότητα με το τουφέκι και το πιστόλι ήταν άριστη, μεταξύ τους και ο Γιάννης Δροσόπουλος ή Δρυνέας, απεσταλμένος της Νομαρχιακής Επιτροπής Μεσσηνίας του ΕΑΜ, που μετέφερε την εντολή της συλλήψεως του. Ο Στούπας διέφυγε τραυματισμένος και κρύφθηκε στους γύρω λόφους, ενώ ο συνταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόγγονας, που τον εκτιμούσε ιδιαίτερα, και βρισκόταν στην Αθήνα όπου προετοίμαζε τη συμμετοχή του στα Τάγματα Ασφαλείας της Νοτίου Πελοποννήσου, οργάνωσε επιχείρηση και λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1943, μετέφερε το Στούπα στην Αθήνα. Στον βάρβαρο βασανισμό και την εκτέλεση των 3 συντρόφων του Στούπα πρωτοστάτησε ένα νεαρό μέλος της ΟΠΛΑ Γαργαλιάνων,, ίσως γιά να ξεπλύνει τη ντροπή του αφοπλισμού του από τον Στούπα λίγες ημέρες νωρίτερα. Τον επόμενο χρόνο συνελήφθη από ταγματασφαλίτες της Λεύκης και μεταφέρθηκε στον Μελιγαλά όπου εκτελέστηκε. Η μητέρα του εκδικήθηκε αργότερα το θάνατό του πυρπολώντας σπίτια άσχετων πολιτών στους Γαργαλιάνους, όμως την επόμενη χρονιά οι άνδρες των Ταγμάτων την κούρεψαν και την διαπόμπευσαν.Στις 15 Μαρτίου 1944, ο Στούπας επέστρεψε σιδηροδρομικά στην Καλαμάτα για να οργανώσει Τάγμα Ασφαλείας στο Νομό Μεσσηνίας και μαζί του επέστρεψαν περί τους ογδόντα άνδρες, Μεσσήνιοι και Κρήτες κυνηγημένοι από τους κομμουνιστοσυμμορίτες του ΚΚΕ/ΕΑΜ/ΕΛΑΣ λόγω της συμμετοχής τους στις εθνικές Αντιστασιακές Οργανώσεις. Εγκατέστησε τη βάση του Τάγματος του στην κωμόπολη του Μελιγαλά, όμως στη συνέχεια τοποθέτησε φρουρές και σε άλλες έξι πόλεις και κωμοπόλεις της Μεσσηνίας. Στις 7 Απριλίου 1944, ένα τάγμα του ΕΛΑΣ επιτέθηκε στο Τάγμα του Στούπα, όμως παρά την αρχική επιτυχία της, η επίθεση του ΕΛΑΣ αποκρούστηκε. Το επόμενο χρονικό διάστημα το Τάγμα του Μελιγαλά [1], με συχνές εξορμήσεις στη Μεσσηνία ελευθέρωσε τους κρατούμενους στα Στρατόπεδα Συγκεντρώσεως του Ε.Α.Μ. στη Χαλβάτσου (το σημερινό Κεφαλόβρυσο) και στην Ποταμιά με 450 περίπου κρατούμενους, τους οποίους απελευθέρωσε ο επιλοχίας του Τάγματος Παναγιώτης Ρίτσος από την Κυπαρισσία μέ 100 άνδρες, μεταξύ τους περισσότερα από δέκα μέλη της οικογένειας του Στούπα, ηλικίας από 1 έως 80 ετών, ενώ συνέλαβε πολλούς πολιτοφύλακες και μέλη του Ε.Α.Μ., και κατεδίωξε άλλους.
Μετά την επιστροφή του Τάγματος στον Μελιγαλά, ο Στούπας παρέδωσε την διοίκηση του στον υποδιοικητή του Ταγματάρχη Καζάκο, και στον Λόχο της Καλαμάτας εγκατέστησε ως διοικητή τον ανθυπολοχαγό Θεοφάνους, ενώ ο ίδιος με 60 άνδρες μετακινήθηκε στους Γαργαλιάνους, εκτελώντας εντολή του Αρχηγείου Νοτίου Πελοποννήσου. Έτσι, απουσίασε -παρά την θέλησή του- από την μάχη του Μελιγαλά, έναν μήνα αργότερα. Μετά την σφαγή στην Πηγάδα, οι συμμορίες του Βελουχιώτη κατευθύνθηκαν προς τους Γαργαλιάνους. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1944, το Τάγμα Ασφαλείας των Γαργαλιάνων ηττήθηκε από τις δυνάμεις των συμμοριών του ΚΚΕ κι όπως γράφει [2] ο Κώστας Κάραλης: «...Τας απογευματινάς ώρας της 22ας Σεπτεμβρίου 1944, εις την πόλιν των Γαργαλιάνων είχε παύσει πλέον πάσα άντίστασις. Έξαλλοι οι άνδρες των τμημάτων του ΕΛΑΣ και τα ακολουθούντα αναρίθμητα άτακτα στίφη, ξεχύνονται εντός της πόλεως μαινόμενα. Φονεύουν αδιακρίτως όποιον συναντήσουν, γκρεμίζουν τας θύρας και εισορμούν εντός των οικιών, όπου ο τρόμος έχει απλώσει την κυριαρχίαν του. Παντού πένθος και ερήμωσις, έσφαζον και επυρπόλουν, ύστερα τραγουδούσαν στον μακάβριο αυτόν τόπον τον ύμνον της κόκκινης Κίνας: «Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά». Όλοι οι άρρενες συλλαμβάνονται και οδηγούνται σε πρόχειρα στρατόπεδα συγκεντρώσεως εντός ωρισμένων οικιών. Οι συλληφθέντες αιχμάλωτοι ταγματασφαλίται φονεύονται επί τόπου. Το μίσος των στρέφεται κυρίως κατά των συνεργατών του Στούπα και καθ' όλων των ακραιφνών αντιδραστικών και εχθρών της επαναστάσεως και κατ' εκείνων ακόμη που εις βάρος των είχον πρόχειρες καταδόσεις. Όλοι αυτοί γίνονται βορά εις την αγρίαν πείνα του οχλοκρατικού θηρίου, της απανθρώπου και πολυκεφάλου δικτατορίας του προλεταριάτου. Επυρπολήθησαν πλέον των 200 οικιών, αι δε απομείνασαι, ελεηλατήθησαν αγρίως. Εις κοιλάδα κλαυθμώνος είχε μεταβληθή η πόλις των Γαργαλιάνων· τυφεκισμοί, ομαδικοί τάφοι, κοπετός και γόος, νάρκες, καπνοί και θρήνοι, ήσαν τα κύρια χαρακτηριστικά. Εις τους Γαργαλιάνους, εφονεύθησαν εν όλω περί τους 570. Εφονεύθησαν όχι μόνον οι υπηρετήσαντες εις τα Τάγματα Ασφαλείας, αλλά και πολλά άλλα πρόσωπα που είχον καταφύγει εκεί, συνεπεία της τρομοκρατίας που ασκούσαν αι ΕΑΜικαί οργανώσεις. Μετά την πτώσιν της πόλεως Γαργαλιάνων, έληξε πάσα άλλη αντίστασις των εθνικών δυνάμεων εις τον Νομόν Μεσσηνίας».
Οι 250-300 οπλίτες του Τάγματος διέφυγαν μέσω Σφακτηρίας στο Κάστρο της Πύλου, όπου ενώθηκαν με τους 250 περίπου άνδρες του εκεί λόχου, υπό τον λοχαγό Βρασίδα Μυλωνά από το Κορυφάσιο. Στο Κάστρο λειτουργούσαν φυλακές στις οποίες ήταν κρατούμενοι μέλη του ΕΑΜ/ΚΚΕ, που είχαν συλληφθεί από τον λόχο της Πύλου. Πρόθεση του Στούπα ήταν να οργανώσει αντίσταση στον ΕΛΑΣ στο Κάστρο της Πύλου με τις δυνάμεις του Τάγματος κι όσους είχαν διαφύγει από τους Γαργαλιάνους. Προσωπικότητες της κοινωνίας της Πύλου προσπάθησαν με διάφορες ενέργειες να αποτρέψουν οποιαδήποτε σύγκρουση μεταξύ του ΕΛΑΣ και των ανδρών που είχαν μείνει πιστοί στον Στούπα και στη σύσκεψη που ακολούθησε με προσωπικότητες της Πύλου, η πλειοψηφία τάχθηκε κατά της συνεχίσεως της μάχης με τους συμμορίτες. Στις 23 Σεπτεμβρίου επιτροπή από επιφανείς πολίτες της Πύλου, αποτελουμενη από τους Κανέλλο Τζαμουράνη δικηγόρο, Ν. Κουρεμπανά δικηγόρο, Γ. Θεριό ιατρό και Αδαμάντιο Στασινόπουλο συμβολαιογράφο, που είχαν τρομοκρατηθεί από τις σφαγές που προηγήθηκαν, συναντήθηκε στο χωριό Γλυφάδα με εκπροσώπους των συμμοριτών και του ΕΑΜ Μεσσηνίας και συμφώνησαν ότι εάν «...τὸ Τάγμα Ἀσφαλείας δὲν προβάλῃ ἀντίσταση, παραδίδοντας τὰ όπλα του, δὲν θὰ γίνουν ἐκτελέσεις ταγματασφαλιτῶν ή αμάχων, ούτε πλιάτσικο ή εμπρησμοὶ σπιτιῶν στὴν Πύλο». Η απόφαση του ΕΛΑΣ είχε σκοπιμότητα καθώς η αποσταλείσα στην Ιταλία υπό του ταγματάρχου Στούπα επιτροπή, είχε φθάσει εκεί, είχε αναφέρει τα γεγονότα και είχαν δοθεί αυστηρές διαταγές στον ΕΛΑΣ Πελοπόννησου, να σταματήση κάθε αυτοδικία και εκτέλεση. Οι κομμουνιστές, διά λόγους σκοπιμότητος, παρουσιάζονται, ότι συμμορφώνονται με τις διαταγές της κυβερνήσεως και αποφασίζουν να μην δολοφονήσουν τους άνδρες του Τάγματος στην Πύλο, όπως απάντησαν και στην επιτροπή των Πυλίων. Η επιτροπή επισκέφθηκε στη συνέχεια και τον Ταγματάρχη Στούπα στον οποίο ανακοίνωσε την απόφαση τους να παραδώσουν την πόλη, και ο Στούπας επιφυλάχθηκε να τους απαντήσει. Στις 24 Σεπτεμβρίου το πρωί, ο Στούπας ενημέρωσε τους συνεργάτες του το Τάγμα Ασφαλείας πρέπει παραδώσει τα όπλα του στον ΕΛΑΣ, λέγοντας τους «Δὲν θέλω νὰ κλάψουν ἄλλες μάννες», και συμβούλεψε κάποιους από τους ανθρώπους του, μεταξύ τους τον υπασπιστή του Ηλία Δαρδελάκο από τη Μάνη και τον Tάκη Κάππο, να εξαφανιστούν καθώς δεν είχε εμπιστοσύνη σχετικά με το αν θα τηρούσαν τη συμφωνία οι συμμορίτες.Με δεδομένη τη συμφωνία, ο Στούπας διέταξε τους άνδρες του να ανοίξουν οι πόρτες του κάστρου, όμως κάποιοι από τους παλιούς του συντρόφους δυσανασχέτησαν και χρειάστηκε να τους μιλήσει ο Στούπας, προκειμένου να εγκαταλείψουν την ιδέα της περαιτέρω ενόπλου αντιστάσεως. Ο Δαρδελάκος και ο Κάππος, που υπό την πίεση του Στούπα είχαν εγκαταλείψει το κάστρο συνελήφθησαν από τους κομμουνιστές στην Πύλο και επέστρεψαν αιχμάλωτοι στο κάστρο. Με την είσοδο των πρώτων κομμουνιστών στο κάστρο, ο Στούπας, που βρίσκονταν κοντά στην πύλη, δεξιά της εισόδου, έξω από το μικρό γραφείο της φρουράς και κάθονταν σε μια καρέκλα πίσω από ένα τραπέζι πάνω στο οποίο είχε το πηλίκιο του και το πιστόλι του, χωρίς καμμία προειδοποίηση και χωρίς μια λέξη, πήρε το πιστόλι και αυτοπυροβολήθηκε στον κρόταφο. Το νεκρό σώμα του παρέμεινε καθισμένο στην καρέκλα, όπου το βρήκε ο αποκαλούμενος καπετάν «Πέρδικας» που λίγα λεπτά αργότερα εισήλθε στο κάστρο. Ο Δημήτρης Γιαννακούρας ή «Πέρδικας», την ώρα της είσοδου του προσφωνεί ειρωνικά «αδέρφια» τους Ταγματασφαλίτες και τους άμαχους, όμως όταν αντιλαμβάνεται ότι ο Στούπας αυτοκτόνησε ως μια συμβολική κίνηση απέναντι στους κομμουνιστές, τον μαχαιρώνει ενώ είναι ήδη νεκρός στο στήθος και στην πλάτη. Ο Δημήτρης Γιαννακούρας πήρε από το τραπέζι το πηλίκιο του Στούπα και το φόρεσε. Μετά, έβγαλε από τον νεκρό το χιτώνιο του, με την κορώνα και το αστέρι του Ταγματάρχη, και το φόρεσε κι αυτό. Οι συμμορίτες που συνόδευαν τον Στούπα αφαίρεσαν τα χρυσά δόντια κι έσπασαν τα κόκκαλα των χεριών και των ποδιών του Στούπα. Τέλος έριξαν τη σορό του σε έναν λάκκο για να εξαφανίσουν τα ίχνη του, ενώ το επόμενο χρονικό διάστημα ο Πέρδικας [3] κυκλοφορούσε με το πηλίκιο και το χιτώνιο του Στούπα.Η λαϊκή μούσα τραγούδησε το χαμό του Στούπα:
«Στούπα να μην παραδοθείς, 
τα όπλα να μη δώσεις, 
στου Βελουχιώτη τα σκυλιά 
ψυχή μην παραδόσεις!
Δεν παραδίνω τ’ άρματα, 
ούτε τα παλικάρια, 
στους Γαργαλιάνους πολεμούν 
σαν άγρια λιοντάρια!
Κι ο Παπαδήμας φώναξε,
βάζει φωνή μεγάλη, 
«βάλτε μια σφαίρα μες τ’ αυτί, 
μόνοι σας σκοτωθείτε, να μην παραδοθείτε!
Κι ο Στούπας τους αγκάλιασε 
και το πιστόλι βγάζει, 
στο κεφάλι του τ’ αδειάζει!
Ενώ σε άλλο δημώδες τον θρηνεί: 
«Μὴν εἴδατε τὸν ἀρχηγό, τὸν δόλιο ταγματάρχη
τοῦ παπα-Σπύρου τὸ παιδί, τῆς Λεύκης τὸ καμάρι
στὸν Ἀβαρίνο κοίτεται, στὸ Κάστρο μὲς τὴν μέση..»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου